«ΤΑ ΝΕΑ» στην Τεχεράνη: «Εδώ δεν ζούμε με την ημέρα, ζούμε με την ώρα»
2026-03-28 - 17:42
Ζώντας στην Τεχεράνη τα τελευταία 28 χρόνια σημαίνει ότι ήρθε η ώρα να ζήσεις και τον πόλεμο σε πραγματικό χρόνο. Είναι αυτός ο εκκωφαντικός ήχος των πυραύλων που περνούν πάνω από το κεφάλι σου, την ώρα που εξηγείς στη γαλλική τηλεόραση ότι δεν ζεις πλέον μέρα με τη μέρα, αλλά ώρα με την ώρα. Στις 28 Φεβρουαρίου βρισκόμουν καθ’ οδόν προς τη συνοικία του Παζαριού, σε απόσταση αναπνοής από την κατοικία του Αλί Χαμενεΐ, η οποία αποτέλεσε τον πρώτο στόχο των αμερικανοϊσραηλινών βομβαρδισμών στην Τεχεράνη. Μέσα από το αυτοκίνητό μου άκουσα έναν εκκωφαντικό θόρυβο χωρίς να ξέρω σε τι αντιστοιχούσε. Ετσι βγήκα για να ρωτήσω έναν περαστικό αν είχε δει αεροπλάνα. Μου απάντησε: «Οχι, δεν ήταν αεροπλάνα, ήταν πύραυλοι». Η σύζυγός μου ήρθε να με συναντήσει για να μου φέρει το μικρόφωνο και τον εξοπλισμό μου, τα οποία συνήθως δεν χρησιμοποιώ εδώ στους δρόμους για να μην τραβάω την προσοχή. Από εκείνη τη στιγμή μέχρι και τώρα δεν έχω σταματήσει τις ανταποκρίσεις. Είχα μόνο τον χρόνο να επιστρέψω στο σπίτι μου για να συνεχίσω τη δουλειά από την ταράτσα της πολυκατοικίας μου. Ηταν έντονο από την πρώτη κιόλας μέρα, με περισσότερες από 80 ζωντανές μεταδόσεις. Τις πρώτες μέρες κοιμόμουν περίπου τρεις ώρες τη νύχτα. Επειτα συνειδητοποίησα ότι δεν θα άντεχα. Και προσπαθώ να εξασφαλίζω τέσσερις έως πέντε ώρες ύπνου. Οταν ο Μοτζτάμπα Χαμενεΐ, που ορίστηκε ανώτατος ηγέτης από το καθεστώς των μουλάδων μετά τη δολοφονία του πατέρα του, έκανε την πρώτη του δημόσια παρέμβαση μέσω μηνύματος, εγώ έτρωγα. Δεν πρόλαβα να τελειώσω το πιάτο μου. Πλέον, ξυπνάω γύρω στις 6 το πρωί. Συνήθως πηγαίνω για ύπνο γύρω στις 2 τα ξημερώματα, αφού έχω ολοκληρώσει τις τελευταίες μου υποχρεώσεις. Στις διαδηλώσεις στην Τεχεράνη, είναι δύσκολο για έναν δημοσιογράφο να κάνει τη δουλειά του. Από τη στιγμή που έβγαλα το τρίποδο, δύο άτομα μου ζήτησαν τα χαρτιά μου. Εψαξαν το τηλέφωνό μου, τον λογαριασμό μου στο WhatsApp για να δουν ποιον είχα καλέσει και αν είχα επαφές με ιρανόφωνα μέσα ενημέρωσης που εκπέμπουν από το εξωτερικό. Με άφησαν να φύγω, αλλά έχασα δυόμισι ώρες! Πρέπει να καταλάβει κανείς ότι από την αρχή του πολέμου η πόλη έχει τεθεί υπό αυστηρό έλεγχο από τις δυνάμεις ασφαλείας. Οποιος στέλνει βίντεο σε ιρανόφωνα τηλεοπτικά κανάλια θεωρείται πράκτορας του εχθρού και αντιμετωπίζεται ως τέτοιος, όπως δήλωσαν οι Αρχές, ενώ το κοινοβούλιο ψήφισε και σχετικό νόμο. Συχνά γίνεται λόγος για το Ιράν ως μια χώρα που αποτελεί τη μεγαλύτερη φυλακή για τους δημοσιογράφους, όπου μπορεί κανείς να αντιμετωπίσει ακόμη και τη θανατική ποινή για ένα απλό tweet και όπου το Διαδίκτυο είναι κομμένο εδώ και δύο εβδομάδες. Προσωπικά, δεν θέτω όρια στο να μεταφέρω τα γεγονότα και να τα αναλύω. Ωστόσο, μερικές φορές χρησιμοποιώ μία λέξη αντί για κάποια άλλη. Ο όρος «καθεστώς», για παράδειγμα, είναι πολύ ευαίσθητος. Η εξουσία θεωρεί ότι το Ιράν δεν είναι «καθεστώς», όρος με αρνητική χροιά, αλλά κράτος. Για να μη διακινδυνεύω άσκοπα, αποφεύγω συστηματικά να χρησιμοποιώ αυτόν τον όρο και τον αντικαθιστώ με τη λέξη «εξουσία». Δεν παίρνω περιττά ρίσκα. Εδώ, γύρω μου, και γενικά στην πρωτεύουσα, όλα είναι κλειστά: τα εργοστάσια, πολλά καταστήματα. Επειδή πολλοί άνθρωποι δεν πηγαίνουν στη δουλειά, όλοι παρακολουθούν τηλεοπτικά κανάλια και ειδήσεις. Υπάρχει το κανάλι Iran International, το οποίο είναι ιδιαίτερα φιλοπολεμικό και πολύ ευνοϊκό προς τις ισραηλινές και αμερικανικές επιθέσεις. Ετσι, οι άνθρωποι βρίσκονται σε μεγάλο βαθμό υπό την επιρροή αυτού του καναλιού, το οποίο δεν δείχνει πολλές καταστροφές. Από την άλλη, υπάρχει και ένα εθνικό κανάλι που αναμεταδίδει τα μηνύματα της εξουσίας. Στα καταστήματα που παραμένουν ανοιχτά, προβάλλονται τα ιρανικά κανάλια. Βέβαια, ζούμε όλοι στον ρυθμό των αλλαγών στη στάση του Τραμπ. Ο κόσμος είναι κάπως χαμένος και προσπαθεί να καταλάβει τι συμβαίνει. Κάθε ώρα υπάρχει μια διαφορετική δήλωση, δύσκολο να αναλυθεί, να παρακολουθηθεί και να γίνει κατανοητό τι πραγματικά επιδιώκουν. Ολα αυτά συνοδεύονται από πλήγματα. Από μακριά, θα μπορούσε κανείς να πιστέψει ότι είναι στοχευμένα, ακόμη και «χειρουργικά», με λίγα θύματα. Ομως δεν είναι έτσι. Για παράδειγμα, χθες βρισκόμουν σε μια συνοικία στο βόρειο τμήμα της πρωτεύουσας· μια πολυκατοικία καταστράφηκε ολοσχερώς επειδή εκεί βρισκόταν ένας ηλεκτρολόγος μηχανικός. Δεν ξέρω γιατί έγινε στόχος, αλλά για να τον σκοτώσουν, μαζί με δύο παιδιά, σκότωσαν όλους τους γείτονές του. Ενας από τους ενοίκους της πολυκατοικίας είναι ο αδελφός μιας φίλης της γυναίκας μου. Το προηγούμενο βράδυ είχαν δειπνήσει μαζί. Ευτυχώς, όπως πολλοί Ιρανοί αυτή την περίοδο των γιορτών, είχε πάει για λίγες μέρες στην Κασπία Θάλασσα για διακοπές, αλλά τώρα δεν μπορεί να επιστρέψει. Κάθε μέρα είναι έτσι: καφέ, πολυκατοικίες, ολόκληρα χωριά γίνονται στόχοι, χωρίς να ξέρουμε γιατί, και κανείς δεν μένει αλώβητος. Ισως η εξουσία να είχε προετοιμαστεί. Να γνώριζε ότι θα υπάρξει επίθεση, όπως διαβάζω. Ομως για τον πληθυσμό, μέχρι την τελευταία στιγμή, όλοι πίστευαν ότι θα βρεθεί μια διαπραγματευτική λύση και κανείς δεν πίστευε στον πόλεμο. Και τελικά σχεδόν κανείς δεν έκανε αποθέματα. Σήμερα, πάντως, πιστεύω ότι πλησιάζουμε στο τέλος και ότι υπάρχει διέξοδος. Οι Αμερικανοί δεν θα μπορέσουν να επιβάλουν με τη βία αυτό που δεν κατάφεραν να πετύχουν μέσω της διπλωματίας. Ισως αυτή να είναι μια πιο αισιόδοξη οπτική από μέρους μου. Πριν από τέσσερα χρόνια δημιούργησα έναν αμπελώνα πέντε εκταρίων, 200 χλμ. από την Τεχεράνη, σκεπτόμενος τη σύνταξή μου. Αφιέρωνα πολύ χρόνο σε αυτή την αγροτική δραστηριότητα, πριν επιστρέψω στη δημοσιογραφία πριν από δύο χρόνια, με τον θάνατο του πρώην προέδρου Εμπραχίμ Ραϊσί και την εκλογή του Μασούντ Πεζεσκιάν. Το μόνο βέβαιο είναι ότι η ζωή μου είναι χτισμένη εδώ, στο Ιράν. Ισως γι’ αυτό ελπίζω σε ένα διέξοδο. Ο Σιαβός Γκαζί είναι ανταποκριτής στην ιρανική πρωτεύουσα για το France 24. Το παραπάνω κείμενο είναι γραμμένο αποκλειστικά για «ΤΑ ΝΕΑ»