Αρωμα κρίνου και σκοροδάλμης
2026-03-28 - 19:02
Θυμάμαι ένα διήγημα του Μιχαήλ Μητσάκη, ώρες να το βρω στη βιβλιοθήκη που έτσι που είναι ξεχειλισμένη από βιβλία, τόμους στριμωγμένους ανάμεσα σε θεατρικά έργα, φυλλάδια και περιοδικά, μια βιβλιοθήκη που αφού γέμισε ράφια, γραφεία και τραπέζια, έχει βγει πια στη βεράντα. Αδύνατον να το βρω. Αντιθέτως βρήκα πολλά άλλα, άσχετα, μερικά δε και σε δύο αντίτυπα, γιατί μη βρίσκοντας το πρώτο πάω κι αγοράζω δεύτερο. Ο Μητσάκης πουθενά. Αφαντος. Τι να κάνω έπεσα στα νύχια του GPT, του λέω είναι ένα κείμενο, έτσι κι έτσι, παλιός ήρωας της Επανάστασης, ζητιάνος, φουστανέλα, πάροδος Κηφισίας, το και το. Δεν θα το πιστέψεις, μου το βρήκε ο μπαγάσας. Αλλά τι μου λέει; Ο τίτλος είναι «Ο ζητιάνος» και είναι του Καρκαβίτσα. Μωρ’ τι μας λες; Αυτό που σου λέω. Βγάζει και γλώσσα το υπερτιμημένο κατάλαβες; Είναι βλέπεις και άγρια μεσάνυχτα που στρώθηκα να γράψω θα κοιμούνται όλοι, να ‘παιρνα τον Δουλγερίδη τον Νιάρχο κάποιον τέλος πάντων να βοηθήσει την κατάσταση. Καλά θα μου πεις δεν έχεις τίποτ’ άλλο να γράψεις κόλλησες τώρα στον Μητσάκη που δεν είναι Μητσάκης και στον Ζητιάνο που δεν είναι ζητιάνος; Ε; τι να γράψω για τον Τασούλα και την επανάσταση του 1981, όλοι αυτό βρήκανε να γράψουνε το ξεσκίσανε το θέμα. Αντε μην τα πάρω τώρα, δεν θέλω πολύ, και πάω και γράψω για τον άλλο πρόεδρο της Κύπρου τον κύριο Χριστοδουλίδη που ξεστόμισε το υπέροχο εκείνο «Μέχρι κι εγώ εκπλάγηκα». Εγώ πάλι εξεπλάγην πώς σας φαίνεται; Δεν ξέρω μήπως να στείλουμε στο Νησί μαζί με τη φρεγάτα ΚΙΜΩΝ και τον κύριο Μπαμπινιώτη να κάνει κάνα μάστερ κλας να σφίξουν κάπως τα πράγματα. Οχι. Δεν θέλω δεν μου πάει το χέρι. Εγώ εκείνο που θέλω να πω, είναι για το Νικηταρά που αφού φυλακίστηκε και βασανίστηκε αγρίως από το καθεστώς του Οθωνα (μόλις τον είδε η κόρη του τρελάθηκε), τυφλός απ’ το ένα μάτι, ζήτησαν οι δικοί του να του δώσει το κράτος μια σύνταξη πενιχρή έστω να ψευτοζήσει, όχι μόνον αρνήθηκαν αλλά για να τον ταπεινώσουν ακόμα πιο πολύ, του έδωσε ο Βασιλιάς άδεια να ζητιανεύει (μόνο) κάθε Παρασκευή στη γωνιά της εκκλησίας της Ευαγγελίστριας στον Πειραιά. Ναι. Αλλά δεν θέλω να το γράψω έτσι. Γιατί η πραγματικότητα έχει μια τέτοια αγριάδα που σου στερεί φορές φορές τη σκέψη. Απ’ την άλλη η τέχνη μαλακώνει τον πόνο της πληγής και σε κάνει να φύγεις απ’ το χώρο κι απ’ το χρόνο. Να ‘ρθεις στο τώρα και να δεις ποιος άλλος, σε μια πάροδο μιας άλλης λεωφόρου, πήρε ταγάρι ζητιανιάς, ποια χέρια παλιών ηρώων ψυχής, απλώνονται να ζητήσουν, τώρα αυτή τη στιγμή που με διαβάζεις, ελεημοσύνη. Γι’ αυτό καλύτερα το κείμενο. Γυμνό κι αδέσποτο, κι ας είναι όποιου και είναι. Αρκεί που η γλώσσα που του δόθηκε είναι η ελληνική. Ακούστε το. «Εις τινα πάροδον της οδού Κηφισίας, σχεδόν αφανή και στενήν, όπου οι διαβάται διέρχονται σπανίως και άνευ προσοχής, εκάθητο γέρων τις επί λίθου, ακίνητος ως εικών. Η ενδυμασία του ήτο παράδοξος και συνάμα θλιβερά· εφόρει ακόμη την φουστανέλλαν, ρυπαράν ήδη και κατατετριμμένην, και επ’ αυτής παλαιόν επανωφόριον, του οποίου το χρώμα είχεν από καιρού εκλείψει. Επί του στήθους του διεκρίνοντο ίχνη παρασήμων, σκουριασμένων ήδη και λησμονημένων, ως και η δόξα εις ην ανήκον. Το πρόσωπόν του, ηλιοκαές και ρυτιδωμένον, έφερε την έκφρασιν εκείνην της καρτερίας, ήτις μόνον εις τους πολλά παθόντας απαντά. Οι οφθαλμοί του, βαθείς και σχεδόν άνευ λάμψεως, εφαίνοντο ως να περιέφερον μνήμας άλλης ζωής. Την χείρα εξέτεινε βραδέως προς τους διερχομένους· ουχί μετά θράσους, ουδέ μετά επαιτείας ζωηράς, αλλά μάλλον ως πράττων τι αναγκαίον, άνευ ελπίδος. Οι πλείστοι τον παρήρχοντο χωρίς να στρέψωσι την κεφαλήν· άλλοι ερρίπτοντο βλέμμα τι περιφρονητικόν, και ουκ ολίγοι εχαμογέλων, ως εάν η φουστανέλλα αυτού ήτο θέαμα γελοίον εις την νέαν και “ευρωπαϊκήν” πόλιν. Και όμως – ο γέρων ούτος δεν ήτο κοινός επαίτης. Υπήρξεν άλλοτε εκ των πρώτων του αγώνος· έλαβε μέρος εις μάχας, είδε συντρόφους πίπτοντας περί αυτόν, και εθυσίασε την νεότητά του υπέρ της ελευθερίας. Σήμερον δε, λησμονημένος υπό πάντων, άγνωστος εις τους νεωτέρους και περιττός εις το κράτος, ζητεί ολίγον άρτον εις την πόλιν ήν άλλοτε συνετέλεσε να ελευθερωθή». Ζήτω η 25η Μαρτίου. ΥΓ. για όσους αγωνιούν σκοροδάλμη είναι η σκορδαλιά και το άρωμα είναι του κρίνου.