Ο Μάρκος Μπότασης και το Μεσολόγγι
2026-03-19 - 14:32
Η Α ́ πολιορκία του Μεσολογγίου έλαβε χώρα το 1822, αποτελώντας μια από τις πιο κρίσιμες στιγμές του Αγώνα στη δυτική Στερεά. Ειδικότερα, η στενή πολιορκία ξεκίνησε στις 25 Οκτωβρίου του 1822, όταν οι πολυπληθείς δυνάμεις των Ομέρ Βρυώνη και Κιουταχή, που αριθμούσαν περίπου 11.000 άνδρες, κύκλωσαν την πόλη μετά την ήττα στο Πέτα. Τότε, η άμυνα του Μεσολογγίου ήταν σε δεινή θέση, καθώς εντός των τειχών βρίσκονταν μόλις 360 οπλισμένοι άνδρες υπό την ηγεσία του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, του Μάρκου Μπότσαρη και του Θανάση Ραζηκότσικα. Η συμβολή του Μάρκου Μπότσαρη κατά την Α ́ πολιορκία του Μεσολογγίου υπήρξε καθοριστική, καθώς χρησιμοποίησε με εξαιρετική στρατηγική την τέχνη της διπλωματίας για να κερδίσει πολύτιμο χρόνο. Συγκεκριμένα, ο Μάρκος Μπότσαρης προχώρησε σε «πλαστές διαπραγματεύσεις» με τον παλιό του γνώριμο Άγο Βασιάρη, προβάλλοντας όρους που γνώριζε ότι θα ήταν απαράδεκτοι για τους Οθωμανούς, προκειμένου να παρατείνει τις συνομιλίες. Με αυτόν τον τρόπο, κατάφερε να αποσπάσει μια οκταήμερη ανακωχή, δίνοντας την ευκαιρία στους πολιορκημένους να ενισχύσουν τις οχυρώσεις τους και να καταφθάσουν κρίσιμες ενισχύσεις από την Πελοπόννησο μέσω θαλάσσης. Η ευφυΐα του φάνηκε στο ότι κατάφερε να «αποκοιμίσει» τους Τούρκους, δίνοντας ακόμη και την υπόσχεση ότι θα παρέδιδε την πόλη, ενώ στην πραγματικότητα προετοίμαζε την άμυνα που θα οδηγούσε τελικά στην αποτυχία της εχθρικής εφόδου. Η πολιορκία κορυφώθηκε τη νύχτα της 24ης προς την 25η Δεκεμβρίου του 1822. Οι Οθωμανοί σχεδίασαν γενική έφοδο πιστεύοντας ότι οι Έλληνες θα βρίσκονταν στις εκκλησίες για τη λειτουργία των Χριστουγέννων. Ωστόσο, οι υπερασπιστές, έχοντας ειδοποιηθεί κρυφά για το σχέδιο, παρατάχθηκαν στα τείχη και επέφεραν καθολικό πλήγμα στους επιτιθέμενους. Η αποτυχία αυτή οδήγησε τους Τούρκους σε υποχώρηση στις 31 Δεκεμβρίου 1822, σφραγίζοντας την πρώτη μεγάλη νίκη για το Μεσολόγγι (Β. Σφυρόερας, «Πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΒ ́, Αθήναι 1975, 272-275). Με την είσοδο του 1823, η εκστρατεία των οθωμανικών δυνάμεων συνίστατο σε μία παράλληλη κάθοδο τόσο ανατολικά όσο και δυτικά από την οροσειρά της Πίνδου, με κύριο σκοπό την συνένωση των δύο στρατιωτικών σωμάτων στα παράλια του Κορινθιακού κόλπου. Επί της ουσίας, ο οθωμανικός στρατός επιχειρούσε, με δυσκολίες, σε ένα περιβάλλον αναβρασμού κατά των Κλεφτών που είχαν παραμείνει στα υψώματα της Θεσσαλίας αλλά και της δυτικής Στερεάς, καθώς δεν μπορούσε να διασφαλίσει ελεύθερη δίοδο προς το Μεσολόγγι. Άλλωστε, κατά την άνοιξη του 1823 ήταν εξαιρετικά δύσκολο και από τις δύο αντιμαχόμενες πλευρές να σταθεροποιήσουν τους όρους κυριαρχίας τους στις ορεινές περιοχές ανάμεσα στην Άρτα, τα Τρίκαλα και το Μεσολόγγι (Ν. Αναστασόπουλος, Από τη σφαγή της Χίου στην Έξοδο του Μεσολογγίου, Αθήνα 2021, 71, Δ. Τζάκης, «Τα πολεμικά γεγονότα Α. οι εξελίξεις στα μέτωπα του πολέμου (1822-1824)», Ιστορία του νέου Ελληνισμού 1770-2000, τ. 3, Αθήνα 2003, 86-87). Κατά το καλοκαίρι του 1823 η προέλαση των οθωμανικών δυνάμεων προς τη δυτική Στερεά δημιούργησε σοβαρό κίνδυνο για την περιοχή. Ο Ομέρ Βρυώνης σχεδίαζε να κινηθεί προς το Αγρίνιο ενώ παράλληλα ο πασάς της Σκόδρας, Μαχμούτ Μουσταής έφθασε στο Καρπενήσι στις αρχές Αυγούστου 1823. Η εν λόγω προοπτική σύγκλισης των δύο οθωμανικών στρατευμάτων προκάλεσε κινητοποίηση των ελληνικών δυνάμεων υπό την ηγεσία του Μάρκου Μπότσαρη. Παρά, πάντως, τις αντιδράσεις που προκάλεσε ο διορισμός του στον βαθμό του στρατηγού, ο ίδιος, επιδιώκοντας την ενότητα των αγωνιστών, αρνήθηκε το αξίωμα και έσκισε το δίπλωμα της στρατηγίας, τονίζοντας ότι κοινός στόχος όλων ήταν η δόξα και η τιμή στον αγώνα. Η στάση αυτή ενίσχυσε την εμπιστοσύνη των οπλαρχηγών προς το πρόσωπό του και στα τέλη Ιουλίου του 1823, ο Μπότσαρης ξεκίνησε από το Μεσολόγγι με περίπου 1.250 άνδρες και κατευθύνθηκε προς το Μικρό Χωριό Καρπενησίου, ενώ οι Τζαβελλαίοι κινήθηκαν προς το Μεγάλο Χωριό. Στόχος των κινήσεών του ήταν η αναχαίτιση των δυνάμεων του Μουσταή πασά και η προστασία της περιοχής (Ν. Αναστασόπουλος, Από τη σφαγή της Χίου στην Έξοδο του Μεσολογγίου, 71-74, Κ. Μεταξάς, Ιστορικά Απομνημονεύματα εκ της Ελληνικής Επαναστάσεως, εν Αθήναις 1878, 138, , Ι. Γιαννόπουλος, «Ο Αγώνας στη Δυτική Στερεά», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΒ ́, Αθήνα 1975, 303, Απ. Ε. Βακαλόπουλος Ιστορία του νέου Ελληνισμού, η μεγάλη Ελληνική Επανάσταση (1821-1829), τ. ΣΤ ́, Θεσσαλονίκη 1982, 565-567). Έτσι, στις αρχές Αυγούστου του 1823 ο Μουσταής έφθασε στο Καρπενήσι και στρατοπέδευσε στο Κεφαλόβρυσο. Λόγω της απουσίας του Γεωργίου Καραϊσκάκη, την πολεμική επιχείρηση για τη διάσωση, επί της ουσίας, της περιοχής αλλά και του Μεσολογγίου, ανέλαβε ο Μάρκος Μπότσαρης, ο οποίος σχεδίασε νυχτερινή επίθεση κατά των Οθωμανών. Δύο ώρες πριν από το ξημέρωμα της 9ης Αυγούστου, ο Μάρκος επιτέθηκε με περίπου 500 άνδρες στις εχθρικές κατασκηνώσεις, αιφνιδιάζοντας τους αντιπάλους του ενώ βρίσκονταν σε βαθύ ύπνο. Οι Σουλιώτες προκάλεσαν μεγάλες απώλειες στους άνδρες του Μουσταή, αλλά, κατά τη διάρκεια της μάχης, ο Μάρκος Μπότσαρης εκτέθηκε απρόσεκτα και δέχθηκε θανατηφόρα σφαίρα στο δεξί μέρος του μετώπου. Για να μην κλονιστεί το ηθικό των συμπολεμιστών του, ο εξάδελφός του Τούσιας Μπότσαρης απομάκρυνε τη σορό του από το πεδίο της μάχης. Στο Κεφαλόβρυσο οι απώλειες των Οθωμανών υπήρξαν μεγάλες, καθώς 1.500, περίπου, Οθωμανοί έπεσαν νεκροί, ενώ στην ελληνική πλευρά οι νεκροί υπολογίζονταν μόλις σε 40. Ωστόσο, παρά την θετική για την ελληνική πλευρά έκβαση της μάχης, ο θάνατος του Μάρκου Μπότσαρη απέδωσε χαρακτηριστικά ήττας στο Κεφαλόβρυσο. Ο Φρανσουά Πουκεβίλ συνόψισε τον χαμό του Σουλιώτη αρχηγού στη φράση «Η απώλεια ενός μόνου ανθρώπου μετέβαλε τας δάφνας της νίκης εις κυπάρισσον». (Ν. Αναστασόπουλος, Από τη σφαγή της Χίου στην Έξοδο του Μεσολογγίου, 74-77, Απόστολος Ε. Βακαλόπουλος, Ιστορία του νέου Ελληνισμού, ό. π., 565-567, Δ. Κόκκινος, Η Ελληνική Επανάστασις, τ. 3, Αθήνα 1974, 628-631, Φ. Πουκεβίλλ, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, εν Αθήναις 1901, 780, Ι. Γιαννόπουλος, «Ο Αγώνας στη Δυτική Στερεά», ό. π., 303). Ο νεκρός Σουλιώτης αρχηγός, μεταφερόμενος από το Κεφαλόβρυσο, πέρασε αρχικά από το μοναστήρι του Προυσού, όπου τον ασπάστηκε ο Γεώργιος Καραϊσκάκης. Από εκεί, με πολυπληθή συνοδεία, η σορός του οδηγήθηκε στο Μεσολόγγι, όπου έφθασε το πρωί της 10ης Αυγούστου και τελέστηκε η κηδεία του με εξαιρετικά μεγάλες τιμές. Εντυπωσιακή υπήρξε η νεκρική πομπή που σχηματίστηκε από την οικία της αδελφής του, Μάρως, έως την εκκλησία του Αγίου Νικολάου. Στην πομπή προπορεύονταν οι αιχμάλωτοι Οθωμανοί με δεμένα τα χέρια, καθώς και οι ίπποι των πασάδων που είχαν καταληφθεί κατά τη μάχη, φέροντας ακόμη τα πολυτελή επισάγματά τους. Ακολουθούσαν ο μητροπολίτης Άρτας Πορφύριος μαζί με τον κλήρο του Μεσολογγίου, ενώ στο κέντρο της πομπής βρισκόταν ο νεκρός Μάρκος, σκεπασμένος με κυανή χλαίνη. Πίσω του ακολουθούσαν οι συγγενείς του, οι επίσημοι και πλήθος κατοίκων του Μεσολογγίου, που συμμετείχαν στη μεγαλοπρεπή αυτή τελετή. Ταυτόχρονα, ο έπαρχος Δυτικής Ελλάδας, Κωνσταντίνος Μεταξάς, διέταξε να ριφθούν από τους προμαχώνες των τειχών του Μεσολογγίου τριάντα τρεις κανονιοβολισμοί, όσοι και τα χρόνια της ζωής του νεαρού αρχηγού. Κατά τη διάρκεια της τελετής, η αδελφή του Μάρκου Μπότσαρη, Μάρω, απευθύνθηκε στον νεκρό αδελφό της με λόγια που αποτυπώνουν το πνεύμα και τη μοίρα των Σουλιωτών αγωνιστών: «...Ημείς είμεθα συνειθισμέναι εις τοιαύτης φύσεως θανάτους, διότι αφ’ ής ώρας εννοήσαμεν τον κόσμον, ουδέ βλέπομεν, ουδέ ακούομεν άλλο εις τους συγγενείς μας, εις τους πατέρας μας, εις τους αδελφούς μας ειμή πολέμους και θανάτους...» (Σπ. Τρικούπης, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, τ. Β ́, εν Λονδίνω αωξα ́, 60-61, Δ. Κόκκινος, Η Ελληνική Επανάστασις, ό. π., 631, Απ. Ε. Βακαλόπουλος, Ιστορία του νέου Ελληνισμού, ό. π., 567-569). Η είδηση του θανάτου του Μάρκου Μπότσαρη επηρέασε τις εξελίξεις στον γενικότερο στρατιωτικό σχεδιασμό και στην πορεία της Επανάστασης. Επρόκειτο για μια ισχυρή προσωπικότητα, η οποία είχε καταφέρει να ενώσει όχι μόνον τους Σουλιώτες, αλλά και τους οπλαρχηγούς της δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Η ενότητα αυτή, ωστόσο, δεν διατηρήθηκε μετά τον θάνατό του, καθώς οι Σουλιώτες διασπάστηκαν εκ νέου σε σώματα που οργανώνονταν γύρω από μεγάλες φάρες, χωρίς να καταφέρουν να αναγνωρίσουν έναν κοινά αποδεκτό αρχηγό. Σε κάθε περίπτωση, ο Μπότσαρης ήταν ένας νεαρός οπλαρχηγός με εμπειρία και γνώση των πολιτικοστρατιωτικών συνθηκών της εποχής. Η εμπειρία αυτή οφειλόταν, μεταξύ άλλων, στο γεγονός ότι είχε ζήσει στην αυλή του Αλή πασά, ενώ είχε υπηρετήσει και στα γαλλικά στρατιωτικά τάγματα στην Ιταλία και στη Λευκάδα. Επιπλέον, διέθετε σημαντική μόρφωση, καθώς μιλούσε ιταλικά, έπαιζε κιθάρα και, σε ηλικία μόλις δεκαεννέα ετών, είχε συντάξει στην Κέρκυρα ένα χειρόγραφο ελληνοαλβανικό λεξικό. Η πρωτοβουλία αυτή πραγματοποιήθηκε κατόπιν παρότρυνσης του Γάλλου πρέσβη Φρανσουά Πουκεβίλ, ο οποίος ενδιαφερόταν για την έκδοση ενός τέτοιου έργου. Αξίζει, επίσης, να επισημανθεί ότι όταν ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης γνώρισε τον Μάρκο Μπότσαρη στη Λευκάδα, πριν από την έναρξη της Επανάστασης, εκφράζοντας την ιδιαίτερη εκτίμησή του προς το πρόσωπό του, τον έκανε αδελφοποιτό του. Αντίστοιχα, ο γηραιός Αρβανίτης Χασάν Αρσίν, παρακολουθώντας τον Μπότσαρη να πολεμά στις επιχειρήσεις εναντίον του Αλή πασά, είχε εκφράσει τον θαυμασμό του προς τον Χουρσίτ πασά λέγοντας χαρακτηριστικά: «Αν ήταν μουσουλμάνος, θα πίστευα πως ο προφήτης Ασμέτ Αλής επέστρεψε ξανά στον κόσμο» (Ν. Αναστασόπουλος, Από τη σφαγή της Χίου στην Έξοδο του Μεσολογγίου, 78-79, Απ. Ε. Βακαλόπουλος, Ιστορία του νέου Ελληνισμού, ό. π., σ. 569). Ως ήταν αναμενόμενο, η φήμη του Μάρκου Μπότσαρη είχε ήδη υπερβεί τα ελληνικά σύνορα, ενώ ο θάνατός του τον ανέδειξε σε σύμβολο ηρωισμού. Ο πρόωρος χαμός του έδωσε στη μορφή του μία ρομαντική διάσταση, γεγονός που αντανακλάται τόσο στην λογοτεχνία, στις θεατρικές παραστάσεις, αλλά και στα πολυάριθμα ζωγραφικά και χαρακτικά έργα που ενέπνευσε σε ολόκληρη την Ευρώπη. Ενδεικτική ήταν η περίπτωση του πίνακα «Ο θάνατος του Μάρκου Μπότσαρη» του ζωγράφου Ludovico Lipparini καθώς και της ελαιογραφίας «Η μάχη στο Κεφαλόβρυσο» του Ιταλού ζωγράφου Filippo Marsigli. Παράλληλα, ο ευρωπαϊκός τύπος ανέδειξε εκτενώς τον θάνατο του Μπότσαρη, εκφράζοντας τόσο τη φιλελληνική του διάθεση όσο και τη βαθιά συγκίνηση που προκάλεσε η είδηση του χαμού του. Στο ίδιο πνεύμα τιμής και αναγνώρισης, ο Γάλλος γλύπτης David d’ Angers φιλοτέχνησε το ταφικό μνημείο του Μάρκου Μπότσαρη, το οποίο βρίσκεται στον Κήπο των Ηρώων στο Μεσολόγγι. Επιπλέον, ο Λουδοβίκος Α ́ της Βαυαρίας, ως ένδειξη σεβασμού προς τη μνήμη του, ανέλαβε την εκπαίδευση του γιου του, Δημητρίου Μπότσαρη. Αξίζει, επίσης, να σημειωθεί ότι στη σύγχρονη Γαλλία το όνομα του Μάρκου Μπότσαρη έχει αποδοθεί τιμητικά σε δημόσιους χώρους. Συγκεκριμένα, υπάρχει στάση του μετρό και οδός στο Παρίσι καθώς και πλατεία στο Στρασβούργο (Ν. Αναστασόπουλος, Από τη σφαγή της Χίου στην Έξοδο του Μεσολογγίου, 79-81, M. Roger, «Μνήμη του Μάρκου Μπότσαρη στη Γαλλία (1823-1897)», Πρακτικά της Ακαδημίας Αθηνών, τ. 69 (1994), Αθήνα, 67-75, Δ. Κόκκινος, Η Ελληνική Επανάστασις, ό. π., 636). Ο Διονύσιος Σολωμός αποτυπώνει με ευαισθησία την απώλεια του ανθρώπου Μάρκου Μπότσαρη στο ποίημά του «Εις Μάρκο Μπότσαρη», όπου αποδίδει τη βαθιά συγκίνηση που προκάλεσε ο θάνατός του. Στο έργο αυτό παρομοιάζει τη συρροή του πλήθους στην κηδεία του Μπότσαρη στο Μεσολόγγι με τη συγκέντρωση των Τρώων κατά την ταφή του Έκτορα, υπογραμμίζοντας έτσι τη συλλογική θλίψη και την ηρωική διάσταση της μορφής του (Διονυσίου Σολωμού Άπαντα τα ευρισκόμενα, εν Αθήναις 1901, 173). ...Εβγήκαν μαζί της θλιμμένης Τρωάδας απ’ όλα τα μέρη Γυναίκες, παιδάκια και γέροι, Θρηνώντας, να ιδούν το κορμί που χάνει γι’ αυτούς την ψυχή. Κλεισμένο δεν έμεινε στόμα Απάνου στου Μάρκου το σώμα· Απέθαν’, απέθαν’ ο Μάρκος· Μια θλίψη, μία άκρα βοή, Και θρήνος και κλάψα πολλή.