Εθνικό Πάρκο Δαδιάς: Εγκλημα κατά της άγριας ζωής!
2026-03-26 - 17:12
Ενα πρωτοφανές έγκλημα μαζικής δηλητηρίασης άγριας ζωής συνέβη από τις αρχές Μαρτίου στο Εθνικό Πάρκο Δαδιάς. Ετσι χαρακτηρίζει η Εθνική Ομάδα Εργασίας Ενάντια στα Δηλητηριασμένα Δολώματα (οι οργανώσεις Ανιμα, Αρκτούρος, Ελληνική Εταιρεία Προστασίας της Φύσης, Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρεία, Εταιρεία Προστασίας Βιοποικιλότητας Θράκης, Καλλιστώ, Μουσείο Φυσικής Ιστορίας Κρήτης και WWF Ελλάς) τα όσα συνέβησαν πρόσφατα: μέσα σε λίγες μόνο μέρες εντοπίστηκαν νεκροί από δηλητηριασμένα δολώματα εννιά μαυρόγυπες, τέσσερις γερακίνες, τέσσερις κόρακες, ένας λύκος, πέντε αλεπούδες, δύο κουνάβια – ενώ τρεις ακόμα δηλητηριασμένοι μαυρόγυπες έγιναν ευτυχώς καλά και επέστρεψαν στο φυσικό τους περιβάλλον. Ο μαυρόγυπας, σήμα κατατεθέν του Εθνικού Πάρκου, είναι ένα από τα σπανιότερα και από τα πιο απειλούμενα αρπακτικά πουλιά στην Ευρώπη – η Δαδιά φιλοξενεί τη μοναδική φυσικά αναπαραγόμενη αποικία του είδους στα Βαλκάνια. Παρά τη μεγάλη αγωνία για το μέλλον του, καθώς οι πυρκαγιές που έπληξαν τα τελευταία χρόνια την περιοχή έκαψαν το μεγαλύτερο μέρος της αποικίας φωλεοποίησης, με συστηματική δουλειά ο πληθυσμός έχει αρχίσει να ανακάμπτει και να φτάνει, σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΦΥΠΕΚΑ, τα 36-47 ζευγάρια. Με δεδομένο, μάλιστα, ότι το είδος αναπαράγεται με εξαιρετικά αργό ρυθμό, είναι εύκολο να καταλάβει κανείς πόσο σημαντική είναι οποιαδήποτε απώλεια. Πόσω μάλλον όταν «σε ένα περιστατικό όπως το πρόσφατο χάνεται περίπου το 1/10 του συνολικού πληθυσμού», όπως επισημαίνει η συντονίστρια επικοινωνίας της Ελληνικής Ορνιθολογικής Εταιρείας Ρούλα Τρίγκου. Με δυο λόγια, ένας παρανοϊκός εγκληματίας (γιατί πώς αλλιώς μπορεί κανείς να τον χαρακτηρίσει) φαίνεται ότι αρκεί για να καταστρέψει προσπάθειες πολλών ετών. Οπως αναφέρουν χαρακτηριστικά οι οργανώσεις στο κοινό δελτίο Τύπου: «Το είδος έχει υπάρξει αντικείμενο πολυετών δράσεων διατήρησης και η απώλεια τόσο μεγάλου αριθμού ατόμων, σε σχέση με τον μικρό πληθυσμό του είδους, όχι μόνο ανατρέπει χρόνια εθνικών και διασυνοριακών δράσεων για την προστασία του, αλλά συνεπάγεται και πολύ σημαντική οικονομική ζημία για την πολιτεία». Κανείς δεν έχει τιμωρηθεί Το τελευταίο περιστατικό, αν και από τα σοβαρότερα των τελευταίων ετών, είναι η κορυφή του παγόβουνου καθώς κάθε χρόνο σημειώνονται πολλές δεκάδες περιστατικά δηλητηρίασης άγριων ζώων (μεταξύ των οποίων αυστηρά προστατευόμενα είδη, όπως το όρνιο και ο χρυσαετός) σε όλη τη χώρα. Ενδεικτικά, μέσα σε μία 20ετία (1995 – 2025) έχουν βρεθεί 22 δηλητηριασμένοι μαυρόγυπες στο Εθνικό Πάρκο Δάσους Δαδιάς. Και παρά το γεγονός ότι υπάρχουν τόσο οι μηχανισμοί, η χρηματοδότηση, η σχετική εκπαίδευση των αρμόδιων φορέων για τη διαχείριση τέτοιων περιστατικών όσο και η σχετική νομοθεσία κανείς δεν έχει ούτε εντοπιστεί ούτε τιμωρηθεί. Στο πρόσφατο κρούσμα οι φόλες (δηλητηριασμένα υπολείμματα από ζαρκάδι), ήταν διάσπαρτες σε στρατηγικά επιλεγμένα σημεία στην καρδιά του Εθνικού Πάρκου και εντοπίστηκαν από τις τέσσερις Ειδικές Μονάδες Ανίχνευσης Δηλητηριασμένων Δολωμάτων της Εταιρείας Προστασίας Βιοποικιλότητας Θράκης, του 2ου Κυνηγετικού Συλλόγου Ορεστιάδας και των Μονάδων Διαχείρισης των Εθνικών Πάρκων Νέστου – Βιστωνίδας – Ροδόπης και Κορώνειας – Βόλβης – Χαλκιδικής του ΟΦΥΠΕΚΑ. Ο ρόλος των ειδικών μονάδων στον εντοπισμό των δηλητηριασμένων ζώων ήταν καθοριστικός, όπως εξηγεί στα «ΝΕΑ» η Δώρα Σκαρτσή, διαχειρίστρια της Εταιρείας Προστασίας Βιοποικιλότητας Θράκης. Οταν εντοπίστηκαν κάποιοι νεκροί γύπες, κλήθηκαν οι ειδικές μονάδες με τα 4 σκυλιά (Ντάλτον, Μπόρα, Λάικα και Ανκα) και ανέλαβαν δράση «Οταν ξεκινάς την έρευνα με τα σκυλιά», λέει η Δ. Σκαρτσή «αρχίζει να εκτυλίσσεται το περιστατικό. Εντοπίζονται και άλλα ζώα (αλεπούδες, κουνάβια, λύκοι κ.λπ.) και κάποια στιγμή το σκυλί θα βρει αυτό που δεν μπορεί ο άνθρωπος, τη φόλα». «Κραυγαλέα παραδοχή αποτυχίας» Λόγω της σοβαρότητας του πρόσφατου περιστατικού, οι οκτώ οργανώσεις καλούν την πολιτεία να κινήσει όλα τα μέσα που έχει στη διάθεσή της για την εξιχνίαση κακουργημάτων (ανακρίσεις, αξιοποίηση υλικού από κάμερες κυκλοφορίας, άρση απορρήτου τηλεπικοινωνιών κ.ά.), να διεξαχθούν αμέσως εξονυχιστικές και πλήρεις επιτόπιες έρευνες, τοξικολογικές εξετάσεις στα ευρήματα, και νεκροψίες όλων των νεκρών ατόμων ώστε να συγκεντρωθεί μια εμπεριστατωμένη δικογραφία και να αναλάβει αποφασιστικά τον συντονισμό όλων των εμπλεκόμενων φορέων και υπηρεσιών για τη βέλτιστη επικοινωνία και αποτελεσματική συνεργασία τους στη διαλεύκανση της υπόθεσης. «Αν και αυτό το έγκλημα μείνει ατιμώρητο», καταλήγουν «θα είναι η πιο κραυγαλέα παραδοχή της αποτυχίας μας να προστατεύσουμε τη φύση από την απειλή των δηλητηρίων!».