TheGreeceTime

Ποιος ελέγχει την πληροφορία στις ΗΠΑ;

2026-03-26 - 13:21

Πολλοί αξιωματούχοι της κυβέρνησης Τραμπ επέκριναν την περασμένη εβδομάδα τα μέσα ενημέρωσης για την κάλυψη του πολέμου στο Ιράν. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται ο πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Επιτροπής Επικοινωνιών Μπρένταν Καρ, ο υπουργός Αμυνας Πιτ Χέγκσεθ, καθώς και ο ίδιος ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ. Η ήδη διαχρονικά συγκρουσιακή σχέση κυβέρνησης – Μέσων φαίνεται πλέον να επεκτείνεται με ιδιαίτερη ένταση και στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής. Ο Καρ προειδοποίησε ακόμη και για πιθανή ανάκληση αδειών λειτουργίας σε σταθμούς που δεν «λειτουργούν προς το δημόσιο συμφέρον», καταγγέλλοντας τη διάδοση «ψευδών ειδήσεων», ενώ ο Χέγκσεθ κινήθηκε σε παρόμοιο πλαίσιο. Παράλληλα, ο Τραμπ κατήγγειλε τη διασπορά ψευδούς βίντεο που απεικόνιζε το αεροπλανοφόρο «USS Abraham Lincoln» να καίγεται, αποδίδοντας στα Μέσα ακόμη και «προδοσία». Μέσω των κοινωνικών δικτύων επανέλαβε τις επιθέσεις κατά του «ριζοσπαστικού αριστερού Τύπου», τον οποίο κατηγορεί ότι διακινεί περιεχόμενο παραγόμενο με τεχνητή νοημοσύνη. Την ίδια στιγμή, τα εμπειρικά δεδομένα αναδεικνύουν διαφορετικές κοινωνικές προσδοκίες. Σύμφωνα με το Pew Research Center, το 84% των Αμερικανών θεωρεί ότι τα Μέσα οφείλουν να διορθώνουν ψευδείς δηλώσεις δημόσιων προσώπων, ενώ το 73% πιστεύει ότι πρέπει να ασκούν έλεγχο στην εξουσία. Η αντίφαση αυτή φωτίζει τον πυρήνα της σύγκρουσης: την ένταση μεταξύ της δημοσιογραφίας ως «θεσμικού ελεγκτή» και της κυβερνητικής επιδίωξης ελέγχου του αφηγήματος. Οπως σημείωσε ο δημοσιογράφος Ντέιβιντ Αξελροντ, όταν οι ειδήσεις για έναν πόλεμο δεν είναι ευνοϊκές, η στοχοποίηση μετατοπίζεται σε όσους τις μεταδίδουν, ένδειξη δηλαδή κλιμάκωσης της ρητορικής πίεσης. Η αντιπαράθεση γύρω από τα ανταγωνιστικά αφηγήματα για το Ιράν δεν είναι καινούργια. Η προηγούμενη κυβέρνηση Τραμπ, με κεντρικές προσωπικότητες όπως ο Τζον Μπόλτον και ο Μάικ Πομπέο, υιοθέτησε μια στρατηγική «μέγιστης πίεσης», επιδιώκοντας την οικονομική ασφυξία και τη διεθνή απομόνωση του Ιράν, με στόχο είτε την επαναδιαπραγμάτευση είτε τη νομιμοποίηση πιο επιθετικών επιλογών. Αντίθετα, σημαντικό μέρος της δημοσιογραφικής κάλυψης εστίασε στους κινδύνους κλιμάκωσης, αμφισβητώντας τόσο τα κίνητρα όσο και την αποτελεσματικότητα της πολιτικής αυτής. Η συχνή επίκληση μη δημοσιοποιημένων πληροφοριών ενίσχυσε τη δυσπιστία, ιδίως υπό το βάρος του προηγούμενου αφηγήματος περί «όπλων μαζικής καταστροφής» στο Ιράκ. Παράλληλα, το κυρίαρχο αφήγημα πολλών μέσων ενημέρωσης επικεντρώθηκε στις πιθανές συνέπειες μιας σύγκρουσης. Τα ρεπορτάζ ανέδειξαν τις ανθρωπιστικές, οικονομικές και γεωπολιτικές επιπτώσεις ενός πολέμου με το Ιράν, ενώ διερευνούσαν κατά πόσο οι ενέργειες της κυβέρνησης αποσκοπούσαν πράγματι στην αποτροπή ή, αντιθέτως, συνέβαλλαν, έστω ακούσια, στην κλιμάκωση. Η απόκλιση αυτή στην ερμηνεία των ίδιων εξελίξεων αποτέλεσε βασικό σημείο τριβής: όταν η κυβέρνηση υποστήριζε ότι επιδιώκει την αποκλιμάκωση, τα Μέσα συχνά πρόβαλλαν μια διαφορετική ανάγνωση, αναδεικνύοντας τη θεμελιώδη διαφωνία. Η σύγκρουση ενισχύθηκε περαιτέρω από τη συστηματική αμφισβήτηση της αξιοπιστίας των καθιερωμένων Μέσων από τον πρόεδρο Τραμπ. Ο χαρακτηρισμός οργανισμών όπως το CNN, οι «New York Times» και η «Washington Post» ως φορέων «fake news» και «εχθρών του λαού» δεν συνιστούσε απλώς ρητορική υπερβολή, αλλά εντασσόταν σε μια συνεκτική επικοινωνιακή στρατηγική, η οποία φαίνεται να επανενεργοποιείται στο πλαίσιο της παρούσας κρίσης. Παράλληλα, η κυβέρνηση Τραμπ αναδιαμόρφωσε ουσιωδώς τη σχέση μεταξύ Λευκού Οίκου και Τύπου. Παραδοσιακές μορφές επικοινωνίας, όπως οι τακτικές ενημερώσεις Τύπου, υποχώρησαν προς όφελος της άμεσης επικοινωνίας μέσω κοινωνικών δικτύων, κυρίως μέσω του προσωπικού λογαριασμού του προέδρου στο Twitter/X και πλέον στο Truth Social, καθώς και μέσω άτυπων δηλώσεων (γνωστών ως chopper talk). Η πρακτική αυτή περιόρισε τον διαμεσολαβητικό ρόλο των δημοσιογράφων στην παροχή πλαισίου, επαλήθευσης και ερμηνείας, μετατρέποντάς τους συχνά σε αποδέκτες που καλούνται εκ των υστέρων να αποκωδικοποιήσουν δηλώσεις ασαφούς πολιτικής βαρύτητας. Τέλος, ένας διαχρονικός αλλά καθοριστικός παράγοντας της αντιπαράθεσης είναι η εγγενής ένταση μεταξύ της ανάγκης κυβερνητικής μυστικότητας σε ζητήματα εθνικής ασφάλειας και της υποχρέωσης των Μέσων να ενημερώνουν έγκυρα τους πολίτες. Αν και η ένταση αυτή δεν είναι μοναδική για την κυβέρνηση Τραμπ, στην προκειμένη περίπτωση εμφανίζεται ιδιαίτερα οξυμμένη, συμβάλλοντας στη διαμόρφωση ενός περιβάλλοντος διαρκούς σύγκρουσης μεταξύ εξουσίας και ενημέρωσης. Ο Στέλιος Παπαθανασόπουλος είναι καθηγητής στο Τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ του ΕΚΠΑ

Share this post: