Τι λείπει; Τι φταίει;
2026-01-26 - 15:15
Στις πρώτες δημοσκοπήσεις μετά τις εσωκομματικές του εκλογές, τον Οκτώβριο του 2024, το ΠΑΣΟΚ βρισκόταν καθαρά στη δεύτερη θέση. Σύμφωνα με τη Metron, για παράδειγμα, το ΠΑΣΟΚ ξεπερνούσε το 19% στην εκτίμηση ψήφου. Η διαφορά του από τη ΝΔ είχε πέσει κάτω από τις 10 μονάδες. Και ο επανεκλεγμένος πρόεδρός του φαινόταν ο δημοφιλέστερος μεταξύ των πολιτικών αρχηγών, με 41% θετικές κρίσεις. Η προσδοκία των στελεχών του ήταν ότι το ΠΑΣΟΚ θα κυριαρχούσε ξανά στον αριστερά του Κέντρου χώρο, οι ψηφοφόροι του, που είχαν μετακινηθεί προς τον ΣΥΡΙΖΑ την προηγούμενη δεκαετία, θα επαναπατρίζονταν και, ως μοναδικός διεκδικητής της εξουσίας απέναντι στη ΝΔ, θα χρησιμοποιούσε τη δεύτερη θέση ως ασανσέρ. Η έρευνα της Metron, άλλωστε, δικαιολογούσε την αισιοδοξία. Το ΠΑΣΟΚ εμφανιζόταν να κερδίζει ήδη το 11,6% των ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ και το 5,8% των ψηφοφόρων της ΝΔ. Εναν μήνα αργότερα, στα τέλη Νοεμβρίου, ήρθε και η αποχώρηση δύο ακόμη βουλευτών από τον ΣΥΡΙΖΑ, ώστε το ΠΑΣΟΚ να πάρει και τυπικά τη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Γιατί, λοιπόν, έπειτα από 14 μήνες, η προσδοκία δεν επιβεβαιώνεται; Γιατί, με τον κάποτε ανταγωνιστή ΣΥΡΙΖΑ εκτός μάχης, ο χώρος της Κεντροαριστεράς δεν ανασυγκροτείται γύρω από τον νέο/παλιό πρωταγωνιστή του; Γιατί, ενώ η κυβέρνηση φθείρεται ραγδαία, με το 70% των πολιτών να εκφράζει αρνητικές κρίσεις για τη διακυβέρνηση, η διαφορά ανάμεσα στο πρώτο και το δεύτερο κόμμα διευρύνεται, ώστε να αφήνει χώρο σε επίδοξους νέους και παλιούς διεκδικητές της προνομιούχου δεύτερης θέσης; Τι του φταίει του ΠΑΣΟΚ, τι του λείπει; Το ερώτημα δεν πέφτει από τον ουρανό και η σχετική συζήτηση που φούντωσε τις τελευταίες μέρες δεν είναι αδικαιολόγητη. Παραμένει, όμως, περιορισμένη σε έναν ορίζοντα στενό. Και διεξάγεται με όρους μιας άλλης εποχής, τότε που, γύρω από το Κέντρο, λειτουργούσε ένα ανταγωνιστικό δυοπώλιο. Ολα όσα τώρα συζητούνται – το χάρισμα του ηγέτη (ή η έλλειψή του), η χαμηλή συνοχή της ηγετικής ομάδας, η αποτελεσματικότητα της πολιτικής επικοινωνίας, η σύνθεση των προγραμματικών επεξεργασιών σε εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης, η πολιτική συμμαχιών και η διεύρυνση –, όλα αυτά έχουν ασφαλώς μεγάλη σημασία. Αλλά δεν εξαντλούν το πρόβλημα. Δεν αγγίζουν ίσως καν τον πυρήνα του. Οσα συμβαίνουν στο ευρωπαϊκό πολιτικό τοπίο είναι ενδεικτικά. Στην Πορτογαλία, για παράδειγμα, στις πρόσφατες προεδρικές εκλογές, ο υποψήφιος του Σοσιαλιστικού Κόμματος ήρθε πρώτος με 31%, αλλά στη δεύτερη θέση, διεκδικητής της προεδρίας στον δεύτερο γύρο, δεν ήταν κάποιος εκπρόσωπος της παραδοσιακής, κυβερνώσας Κεντροδεξιάς, αλλά ο υποψήφιος ενός ριζοσπαστικού, αντι-συστημικού, ακροδεξιού κόμματος. Το οποίο πρωτοεμφανίστηκε το 2019 και κατέγραψε ένα ασήμαντο 1,3%. Εξι χρόνια αργότερα, το 2025, εκτοξεύθηκε στο 22,8% και εκτόπισε τους Σοσιαλιστές από τη δεύτερη θέση. Και τώρα, στις προεδρικές κάλπες, πέταξε έξω από τον δεύτερο γύρο όλους τους εκπροσώπους της Κεντροδεξιάς. Οι δύο παραδοσιακοί πολιτικοί πόλοι, που είχαν βγει αλώβητοι από την περιπέτεια της κρίσης και των μνημονίων και είχαν συγκεντρώσει στις πρώτες μετά την κρίση εκλογές, αθροιστικά, πάνω από 70%, χάνουν τα τελευταία δύο χρόνια πάνω από το ένα τρίτο της εκλογικής τους απήχησης. Με ανάλογο τρόπο κινούνται τα εκλογικά ρεύματα σχεδόν παντού στην Ευρώπη. Στις δημοσκοπήσεις του τελευταίου τριμήνου στη Βρετανία το κόμμα του Φάρατζ κρατά σταθερά την πρώτη θέση, με τους Εργατικούς και τους Συντηρητικούς να εναλλάσσονται στη δεύτερη. Στη Γερμανία, το AfD κονταροχτυπιέται με τους Χριστιανοδημοκράτες για την πρωτιά, με το SPD στο 14%-15%. Και στη Γαλλία, εδώ κι έναν χρόνο, δεν υπήρξε δημοσκόπηση που να αμφισβητεί το ισχυρό προβάδισμα του υποψήφιου της Ακροδεξιάς για τις εκλογές του 2027. Το συμπέρασμα των περισσότερων αναλυτών είναι πως ο χώρος του παραδοσιακού ανταγωνισμού Κεντροδεξιάς – Κεντροαριστεράς έχει συρρικνωθεί. Η επικράτηση στον ανταγωνισμό αυτό δεν εξασφαλίζει ηγεμονία – συνήθως ούτε καν πλειοψηφία. Περιστασιακά, σε μια χώρα, σε μια συγκυρία μπορεί ο ηττημένος του μεταξύ τους ανταγωνισμού να είναι η Κεντροδεξιά ή η Κεντροαριστερά. Αλλά η γενική τάση είναι ο περιορισμός της δεξαμενής από την οποία, με την παραδοσιακή λογική των περασμένων δεκαετιών, και οι δύο αντλούσαν υποστήριξη. Η ανατροπή αυτής της τάσης, η διεύρυνση της δεξαμενής, η επανένταξη των απογοητευμένων με τη δημοκρατία και τους θεσμούς της, των λεγόμενων «αντι-συστημικών», είναι το στοίχημα. Και για να είμαστε δίκαιοι με το ΠΑΣΟΚ, το στοίχημα αυτό πουθενά στον κόσμο δεν έχει ακόμη κερδηθεί.