Το μπούμερανγκ
2026-03-28 - 14:03
Η Τζόρτζια Μελόνι απολάμβανε μια σχεδόν ανέφελη κυριαρχία στην ιταλική πολιτική σκηνή. Οι δημοσκοπήσεις τής έδιναν ένα καθαρό προβάδισμα απέναντι σε μια αντιπολίτευση αδύναμη, διαιρεμένη. Η ίδια έμοιαζε ανίκητη, είχε την αγάπη του Τραμπ, η κυβέρνησή της συμπλήρωσε 40 μήνες στην εξουσία σε μια χώρα όπου ο μέσος όρος ζωής των κυβερνήσεων είναι μόλις 16 μήνες και τίποτε δεν έδειχνε ικανό να της στερήσει άλλη μία εκλογική νίκη. Κι έπειτα πήγε και σχεδίασε ένα δημοψήφισμα για μια μεταρρύθμιση της Δικαιοσύνης, η οποία περιλαμβανόταν εδώ και χρόνια στη «δεξιά ατζέντα». Αν το κέρδιζε, όπως βεβαίωναν οι δημοσκοπήσεις, θα ενίσχυε την κυριαρχία της τόσο πολιτικά όσο και θεσμικά. Αλλά έχασε με διαφορά. Ηταν η πρώτη πραγματική ήττα σε μια πολιτική διαδρομή που ως τώρα κάλπαζε από επιτυχία σε επιτυχία. Μια εξήγηση της ήττας της είναι ότι η αντιπολίτευση συσπειρώθηκε σχηματίζοντας έναν ενιαίο πόλο του «όχι», με το επιχείρημα πως η μεταρρύθμιση απειλεί την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης και τη διάκριση των εξουσιών. Η καμπάνια κατάφερε να κινητοποιήσει μια απροσδόκητα μεγάλη συμμετοχή, των νέων ιδίως, στην κάλπη. Η συμμετοχή ανέτρεψε τα προγνωστικά. Διέψευσε, προπάντων, τη γνώριμη άποψη, που την ακούμε κι εδώ συχνά, ότι η κοινή γνώμη είναι πια πολύ κυνική, δεν ενδιαφέρεται για τα «θεσμικά» θέματα ούτε συγκινείται από εκκλήσεις για υπεράσπιση της δημοκρατίας. Αλλά προφανώς το αποτέλεσμα δεν αλλάζει από μόνο του την πολιτική μοίρα της Ιταλίας. Ο συνασπισμός της Μελόνι παραμένει συμπαγής και η αντιπολίτευση παραμένει διαιρεμένη – όπως περίπου και εδώ – ανάμεσα στην Κεντροαριστερά του Δημοκρατικού Κόμματος, που έχει τις δάφνες της παλιάς της δόξας αλλά δεν κάνει γκελ, και τα 5 Αστέρια που είχαν κάποτε εισβάλει ορμητικά στη σκηνή με τη σημαία ενός «αριστερού λαϊκισμού», είχαν κάνει την έκπληξη και είχαν βρεθεί στην εξουσία αλλά μοιάζουν τώρα σε αποδρομή. Μπορεί, συνεπώς, η περιπέτεια του δημοψηφίσματος να μην είναι παρά ένα ακόμη επεισόδιο στην πάντα ταραγμένη και γεμάτη εκπλήξεις και ανατροπές ιταλική πολιτική ζωή. Αλλά μπορεί και να έχει μια πολιτική σημασία ευρύτερη, που μας αφορά κι εμάς, αν στις αιτίες της αναπάντεχης ήττας περιλαμβάνεται και ο παράγοντας Τραμπ. Αν, δηλαδή, η Μελόνι πληρώνει ακριβώς την πολιτική συγγένεια με τον Τραμπ, σε μια στιγμή που ο πόλεμος με το Ιράν και οι συνέπειές του τον κάνουν εξαιρετικά αντιδημοφιλή στα ευρωπαϊκά κοινά. Αν, δηλαδή, αποδειχθεί ότι το ιταλικό δημοψήφισμα αποτελεί μέρος ενός πολιτικού κύματος που αρχίζει να σχηματίζεται στην Ευρώπη. Οπου εκείνοι που έχουν καταγραφεί ως πολιτικοί φίλοι του αμερικανού προέδρου και είχαν την υποστήριξή του για να «αλλάξουν την Ευρώπη» – όπως είχε εξαγγείλει πέρυσι στο Μόναχο ο αντιπρόεδρος Βανς – πληρώνουν τώρα το τίμημα της φιλίας του, που γυρίζει ως μπούμερανγκ. Ως «Trumplash», όπως το βάφτισαν κάποιοι αναλυτές. Σημάδια αυτού του κύματος είδαμε αυτές τις ημέρες στις εκλογές της Δανίας. Οπου οι Σοσιαλδημοκράτες της Φρέντερικσεν επωφελήθηκαν από τη σύγκρουση με τον Τραμπ για τη Γροιλανδία και επέζησαν, με απώλειες, στην πρώτη θέση. Σημάδια του είδαμε και στις δημοτικές εκλογές στη Γαλλία, όπου οι Σοσιαλιστές – που τους είχαν όλοι για πεθαμένους πριν από λίγα χρόνια – κέρδισαν έξι από τις δέκα μεγάλες πόλεις, ενώ η μεγάλη έφοδος της λεπενικής Ακροδεξιάς απέφερε μόνο μία στις δέκα. Οι δημοτικές εκλογές έχουν, βέβαια, ειδικά χαρακτηριστικά, αλλά το αποτέλεσμά τους είναι η πρώτη ένδειξη ότι η κατάκτηση της Γαλλικής Δημοκρατίας (άρα και της Ευρώπης) από τη λεπενική Δεξιά μπορεί και να μην είναι τόσο βέβαιη, όπως είχε προαναγγελθεί. Τέλος, ένα ακόμη σημάδι, οι ηγέτες του γερμανικού AfD, που διεκδικούσε την αντιπροσωπεία του κινήματος MAGA στην ευρωπαϊκή πολιτική αγορά, έδωσε διακριτικές οδηγίες στα στελέχη του να αποσύρουν από τα social τις πολύ ενθουσιώδεις αναρτήσεις για τον αμερικανό πρόεδρο. Μπορεί όλα αυτά να είναι συγκυριακά σημάδια. Μα μπορεί να είναι και ενδείξεις ότι ο πόλεμος στο Ιράν έχει, εκτός από τις άλλες επιπτώσεις του στην παγκόσμια ισορροπία, την αγορά της ενέργειας και τις ευρωπαϊκές οικονομίες, και μια αναπάντεχη πολιτική παρενέργεια. Ισως αποδειχθεί η σταγόνα που ξεχειλίζει το ποτήρι, κάνει την πολιτική συγγένεια με τον Τραμπ πολιτικό ντεσαβαντάζ και αναστρέφει τη φορά των πολιτικών υδάτων. Χαράζει μια νέα διαχωριστική γραμμή που προσδιορίζει τη διάταξη στον ευρωπαϊκό πολιτικό στίβο. Την υπεράσπιση της δημοκρατίας. Ο Μάρτιν Γουλφ σημείωνε στους «Financial Times» ότι η δημοκρατία στον κόσμο, που ήταν σε ύφεση τα τελευταία 20 χρόνια, απειλείται τώρα με κάτι σαν «δημοκρατικό κραχ». Το ποσοστό των ανθρώπων που ζουν υπό κάποιου τύπου αυταρχικό καθεστώς από 50% το 2005 έφθασε το 74% το 2025. Το ποσοστό εκείνων που ζουν σε χώρες που προσφέρουν μια πλήρη γκάμα δικαιωμάτων έπεσε από 17% σε 7%. Σημαιοφόρος αυτής της επιτάχυνσης της δημοκρατικής παρακμής είναι οι ίδιες οι ΗΠΑ. Η υγεία της αμερικανικής δημοκρατίας, σύμφωνα με εκθέσεις διεθνών οργανισμών, έχει επιστρέψει στα επίπεδα της δεκαετίας του ’60, πριν από την εφαρμογή του ιστορικού νόμου του 1964 περί πολιτικών δικαιωμάτων. Και ο ρυθμός επιδείνωσης της ποιότητας της δημοκρατίας εκεί είναι, εδώ κι έναν χρόνο, ταχύτερος από εκείνον που είχε καταγραφεί στη Ρωσία, την Τουρκία ή την Ουγγαρία, όταν βρίσκονταν στην αντίστοιχη αρχική φάση της δικής τους καθόδου. Αν υπάρχει, λοιπόν, ένα συμπέρασμα από όλα αυτά, είναι πως μπορεί ο πόλεμος να επιδεινώνει τα μεγάλα κοινωνικά ρήγματα που ορίζουν το πεδίο της πολιτικής τα τελευταία χρόνια, μα ταυτόχρονα μπορεί και να επαναφέρει ως κρίσιμη διαχωριστική γραμμή και σημαντικό κεφάλαιο της πολιτικής ατζέντας τα θέματα δημοκρατίας, θεσμών και δικαιωμάτων. Τα οποία είχαν παραδοθεί στη γενική περιφρόνηση με τη ρετσινιά του woke.