Το καθεστώς των βρετανικών βάσεων στην Κύπρο είναι αδιαπραγμάτευτο;
2026-03-29 - 11:33
Από τη δεύτερη ημέρα του πολέμου στη Μέση Ανατολή, η Κύπρος βρέθηκε στο στόχαστρο αφού οι βρετανικές βάσεις στο Ακρωτήρι δέχθηκαν πλήγμα από ένα drone τύπου shahed. Ακολούθησε μια περίοδος αυξημένης ανησυχίας, εγρήγορσης αλλά και μια μεγάλη αμυντική ενίσχυση της Κυπριακής Δημοκρατίας. Με πρώτη χώρα την Ελλάδα να στέλνει δύο ζεύγη F-16 στην αεροπορική βάση Ανδρέας Παπανδρέου στην Πάφο και μετέπειτα τις δύο φρεγάτες «Κίμων» και «Ψαρά». Ακολούθησαν η Γαλλία, η οποία έστειλε αρχικά μία φρεγάτα – εξαιρετικά εξοπλισμένη με δυνατότητες πολλών αποστολών – αεράμυνας και πλήγματος σε στόχους ξηράς, και η Βρετανία, η οποία έστειλε δύο ελικόπτερα Wilcat εξοπλισμένα με πυραύλους, επιπλέον στρατιώτες και υποστηρικτικό προσωπικό στις βάσεις Ακρωτηρίου αλλά και της Δεκέλειας (στην επαρχία Λάρνακας) και το αντιτορπιλικό «HMS Dragon» – ένα από τα πιο εξελιγμένα πλοία αεράμυνας του βρετανικού βασιλικού ναυτικού. Τη στήριξη λοιπόν προς την Κυπριακή Δημοκρατία επισφράγισε και η επίσκεψη Κυριάκου Μητσοτάκη και Εμανουέλ Μακρόν στην αεροπορική βάση στην Πάφο στις 9 Μαρτίου – μία εβδομάδα μετά την έναρξη του πολέμου και του πλήγματος στις βρετανικές βάσεις στο Ακρωτήρι. Τεράστια προνόμια και διευκολύνσεις Και κάπως έτσι άνοιξε μια δημόσια κατά κύριο λόγο συζήτηση για τον ακριβή ρόλο των βρετανικών βάσεων. Ειδικός σε θέματα άμυνας και στρατηγικής, ο επικεφαλής του Κυπριακού Κέντρου Στρατηγικών Μελετών δρ Αριστος Αριστοτέλους μιλώντας στα «ΝΕΑ» αποκαλύπτει: «Οι Βρετανοί απολαμβάνουν τεράστια προνόμια και διευκολύνσεις σε σχέση με τις βάσεις τους σε όλη την κυπριακή επικράτεια για εξυπηρέτηση των συμφερόντων ασφάλειάς τους». Ετσι κι αλλιώς από τα μέσα της δεκαετίας του 1960, όταν οι Βρετανοί απομακρύνθηκαν από οποιαδήποτε βάση ανατολικά του Σουέζ, η Κύπρος παραμένει ίσως η πιο σημαντική βρετανική παρουσία εκτός Ηνωμένου Βασιλείου. «Κατασκοπευτικές, αεροπορικές και άλλες εγκαταστάσεις και στρατιωτική υποδομή είναι ενσωματωμένες στη στρατηγική του Ηνωμένου Βασιλείου ή και στην αρχιτεκτονική του ΝΑΤΟ στη δυτική παρουσία και ρόλο στη Μέση Ανατολή και τη συνολική ισορροπία δυνάμεων στην Ανατολική Μεσόγειο – κάτι που σημαίνει ότι προσφέρουν σημαντική επιχειρησιακή και άλλη στήριξη της πολιτικής τους ή και των συμμάχων τους στην περιοχή και πέραν αυτής». Το πλεονέκτημα της αναγνώρισης Τώρα, όσον αφορά τα πλεονεκτήματα που αποκομίζει η Κυπριακή Δημοκρατία από την ύπαρξη των βάσεων, ο δρ Αριστοτέλους απαντά: «Κατ’ αρχάς, εκτός του ότι οι βρετανικές βάσεις βάζουν την Κύπρο σε κινδύνους – που η ίδια δεν προκάλεσε –, ένα σημαντικό μέρος του εδάφους της ελέγχεται “νόμιμα και δικαιωματικά” από εξωτερική δύναμη, το Ηνωμένο Βασίλειο – γεγονός που επιβαρύνεται περαιτέρω με την τουρκική κατοχή. Μέσα όμως από αυτές τις συνθήκες η αναγνώριση της ΚΔ από το Ηνωμένο Βασίλειο ως της μόνης νόμιμης Αρχής στην Κύπρο είναι πλεονέκτημα. Δεύτερο στοιχείο, και με άλυτο το κυπριακό ζήτημα (και των επεκτατικών προθέσεων της Τουρκίας), οι βρετανικές βάσεις αποτελούν σε κάποιο βαθμό αποθαρρυντικό στοιχείο στο ενδεχόμενο περαιτέρω επέκτασης της κατοχής». Σε ερώτηση για την «εμπλοκή» της ΚΔ στο καθεστώς των βάσεων ο επικεφαλής του Κυπριακού Κέντρου Στρατηγικών Μελετών απαντά: «Η ύπαρξη των βάσεων είναι συνέχεια του αποικιακού καθεστώτος της Μεγάλης Βρετανίας και συνυφασμένη με το κυπριακό πρόβλημα και τις Συμφωνίες Ζυρίχης – Λονδίνου που οδήγησαν στην ανακήρυξη της Κυπριακής Δημοκρατίας και την υπογραφή της Συνθήκης Εγκαθίδρυσης και Εγγυήσεων. Ηταν προφανώς ένας συμβιβασμός “εναρμόνισης” των συμφερόντων όλων των εμπλεκόμενων μερών, ήτοι ΗΒ, Ελλάδας, Τουρκίας, Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων. Από αυτή την άποψη η παρουσία των βάσεων ήταν και είναι αναπόφευκτο γεγονός». Με αυτό το δεδομένο και βάσει των συνθηκών, οι Βρετανοί τις θεωρούν κυρίαρχες και το καθεστώς (των βάσεων) αδιαπραγμάτευτο. Διαπραγμάτευση για βελτιώσεις και οφέλη Τι θα διαπραγματευτεί (τότε) ο πρόεδρος Χριστοδουλίδης; Σε δηλώσεις του την 25η Μαρτίου ο πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, ερωτηθείς ποια είναι η θέση με την οποία θα διαπραγματευτεί η Λευκωσία με το Λονδίνο για το θέμα των βρετανικών βάσεων, δήλωσε ότι «είμαστε μια κυβέρνηση που αποδεικνύουμε στην πράξη και όχι στα λόγια ότι όταν αντιδρούμε σε συγκεκριμένα θέματα έχουμε σχεδιασμό, έχουμε πλάνο, ξεκάθαρα πού θέλουμε να φτάσουμε. Μίλησα δημόσια για αυτό το θέμα, ενημέρωσα από την πρώτη στιγμή τη βρετανική κυβέρνηση, ενημέρωσα το Εθνικό Συμβούλιο και ξεκινούμε προς αυτή την κατεύθυνση. (...) Εχουμε ξεκάθαρο πλάνο, σχεδιασμό πώς θα προχωρήσουμε βήμα με βήμα σε όλα τα θέματα που άπτονται των βρετανικών βάσεων στην Κύπρο. Και επειδή έχω διαβάσει μια αντίδραση είτε από τουρκικής πλευράς είτε από τουρκοκυπριακής πλευράς – αν δεν με απατά η μνήμη μου, είναι από τουρκοκυπριακής πλευράς –, ότι δεν μπορούμε να διαπραγματευτούμε το θέμα των βρετανικών βάσεων, οι τουρκοκύπριοι συμπατριώτες μας μπορούν να έχουν λόγο στη διαπραγμάτευση των βάσεων αφού επιστρέψουν στην Κυπριακή Δημοκρατία». Δεδομένων αυτών των συνθηκών, σύμφωνα με τον επικεφαλής του Κυπριακού Κέντρου Στρατηγικών Μελετών, «είναι εξαιρετικά δύσκολη η απομάκρυνσή τους. Η κυπριακή όμως πλευρά θα μπορούσε να καταφέρει βελτιώσεις και κάποια κέρδη προς όφελος της Κυπριακής Δημοκρατίας». Ωστόσο, η μόνιμη απειλή κατά της Κυπριακής Δημοκρατίας έρχεται από τον Βορρά...