Γιώργος Τσαγκαράκης: Σήμερα η απολογία του γκαλερίστα – «Το έργο του Φασιανού που ήταν καταφανώς πλαστό»
2026-03-24 - 06:42
Στην «Κοινωνία Ώρα MEGA» μίλησε ο δικηγόρος & νομικός σύμβουλος Εθνικής Πινακοθήκης, Γιώργος Οικονομόπουλος αναφορικά με την υπόθεση του γκαλερίστα Γιώργου Τσαγκαράκη που κατηγορείται για υπεξαίρεση μνημείων και διακίνηση πλαστών έργων. Μορφή χιονοστιβάδας παίρνουν οι καταγγελίες για τις απάτες με τους πλαστούς πίνακες. Ο γνωστός γκαλερίστας-εκτιμητής έργων τέχνης κατηγορείται για υπεξαίρεση μνημείων και διακίνηση πλαστών έργων. Οι Αρχές συνεχίζουν εντατικά τις έρευνες για την υπόθεση που αφορά στην φερόμενη διακίνηση πλαστών έργων τέχνης μέσω τηλεοπτικών και διαδικτυακών δημοπρασιών. Το χρονικό Η διερεύνηση ξεκίνησε να προχωρά στις 24 Φεβρουαρίου 2026, όταν οι αρμόδιες υπηρεσίες έλαβαν καταγγελία μέσω email. Σε αυτήν επισημαινόταν μια οργανωμένη και διαρκής προσπάθεια εξαπάτησης του φιλότεχνου κοινού, μέσα από δημοπρασίες που προβάλλονταν τόσο στην τηλεόραση όσο και στο διαδίκτυο. Το υλικό που συνόδευε την καταγγελία περιελάμβανε φωτογραφίες από στιγμιότυπα εκπομπών συγκεκριμένης γκαλερί, όπου παρουσιάζονταν πίνακες ως έργα γνωστών ζωγράφων, καθώς και συνδέσμους που οδηγούσαν σε αντίστοιχες αγγελίες πώλησης. Η υπόθεση πήρε νέα τροπή στις 19 Μαρτίου, όταν οι Αρχές έλαβαν επιπλέον καταγγελίες, αυτή τη φορά από έναν Κύπριο βυζαντινολόγο και από τη Διεύθυνση Τεκμηρίωσης και Προστασίας Πολιτιστικών Αγαθών του υπουργείου Πολιτισμού. Στο επίκεντρο της έρευνας βρέθηκε ένα Ευαγγέλιο του 1745, το οποίο είχε παρουσιαστεί σε δημοπρασία με εκτιμώμενη αξία από 8.000 έως 12.000 ευρώ. Σύμφωνα με τις πληροφορίες, για το συγκεκριμένο αντικείμενο φέρεται να είχε εκπονηθεί μελέτη με τη συμμετοχή ειδικών, η οποία κατέληγε στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για σπάνιο και ιδιαίτερα πολύτιμο συλλεκτικό τεκμήριο. Γ. Οικονομόπουλος: «Πουλούσε έργο του Φασιανού που ήταν καταφανώς πλαστό – Ήμουν ο δικηγόρος του επί 35 χρόνια και γνωρίζω πολύ καλά» Στην «Κοινωνία Ώρα MEGA» μίλησε ο δικηγόρος & νομικός σύμβουλος Εθνικής Πινακοθήκης, Γιώργος Οικονομόπουλος αναφορικά με την υπόθεση. «Εγώ δεν παρακολουθώ τηλεόραση, τα μεσημεριανά δελτία και λοιπά, αλλά ήμουν άρρωστος τη μέρα εκείνη, είχα πυρετό και παρακολουθούσα διάφορα θέματα στην τηλεόραση. Και είδα τον συγκεκριμένο γκαλερίστα να δημοπρατεί μεταξύ άλλων και έργο του Φασιανού του Μυταρά και του Τσαρούχη. Επειδή ασχολούμαι 39 χρόνια με τον αντικείμενο και ήμουν ο δικηγόρος του Φασιανού επί 35 χρόνια, γνώριζα πολύ καλά τη δουλειά του. Και διεπίστωσα ότι το έργο του ήταν καταφανώς πλαστό. Μάλιστα πήρα και τηλέφωνο. Το κατάλαβα διότι τόσο το έργο, το τεχνοτροπικό του ιδίωμα ήταν κατ’ απομίμηση του δικού του καλλιτεχνικού ιδιώματος και η υπογραφή του ήταν και αυτή καταφανώς πλαστή», είπε αρχικά. Και συνέχισε ο κ. Οικονομόπουλος: «Σαφέστατα δεν το καταλαβαίνετε, γι’ αυτό ακριβώς και επωλείτο. Διότι είναι πάρα πολύ δύσκολο και μάλιστα από τηλεοράσεως να ανιχνευθεί η πλαστότητα. Εις επίρρωση τούτου, πήρα τηλέφωνο και την χήρα του ζωγράφου τη στιγμή εκείνη, την Μαρίζα Φασιανού, και της είπα να συντονιστεί και αυτή στο ίδιο κανάλι για να διαπιστώσει την πλαστότητα. Και την επιβεβαίωσε την πλαστότητα του έργου αυτού. Εν πάση περιπτώσει, πλαστά ήταν και άλλα. Το δημοπρατούσε για 4.500 ευρώ, νομίζω ότι το τελευταίο χτύπημα ήταν 3.400. Παρότρυνε τον υποψήφιο αγοραστή να προσφέρει 4.500 γιατί δεν μπορούσε, είπε, να το πουλήσει πιο κάτω, ήταν αξιόλογο έργο. Και ο αγοραστής δεν προσέφερε το ποσό αυτό και τελικά δεν πουλήθηκε το έργο. Το δημοπρατούσε ως γνήσιο έργο του Φασιανού, το οποίο έφερε τάχα την γνήσια υπογραφή του ζωγράφου. Το έργο λοιπόν ήταν καταφανώς πλαστό, και έφερε πλαστογραφημένη την υπογραφή του ζωγράφου, κατ’ απομίμηση της γνήσιας υπογραφής του». Αναφορικά με την γνησιότητα των έργων και την αξία τους: «Ένα γνήσιο έργο θα επωλείτο για 10.000 ευρώ. Το πωλούν στη μισή τιμή για να πουληθεί εύκολα. Ένα έργο αξίας 10.000, αν πουληθεί 10.000, θα υπάρξει και μία δυσκολία στην πώλησή του αφού όσο πιο ακριβό είναι το έργο λιγοστεύουν και οι αγοραστές. Αυτό έχει το προνόμιο το πλαστό. Ότι πωλείται σε ευκαιρία. Και οι άνθρωποι θέλγονται από την ευκαιρία. Νομίζουν ότι αγοράζουν ευκαιρία. Ευκαιρία όμως στην τέχνη δεν υπάρχει γιατί το γνήσιο έργο, θα βρει οπωσδήποτε αγοραστή. Διότι τα γνήσια έργα είναι numerus clausus, δηλαδή κλειστός αριθμός. Έχουν γίνει δύο, τρία, τρεις, τέσσερις χιλιάδες έργα από έναν καλλιτέχνη, και τα έργα αυτά έχουν εξαντληθεί. Είτε στη διάρκεια της ζωής του είτε και λίγο μετά θάνατον. Τις περισσότερες περιπτώσεις πλαστογραφίας τις αντιλαμβάνομαι από το τίμημα της αγοράς τους. Όταν δηλαδή ερχόντουσαν διάφοροι αγοραστές πλαστών έργων στο γραφείο μου και μου έλεγαν την τιμή, λόγου χάρη έναν Παρθένη, ο οποίος θα ήταν αξίας ως γνήσιος 100.000 ευρώ, αυτοί μου έλεγαν τον πήραν 35. Και τους έλεγα ότι είναι πλαστό και διαπορούσαν, χωρίς να γίνει οποιαδήποτε έρευνα. Μετά κάναμε την έρευνα για να πιστοποιηθεί η πλαστότητα. Διαπορούσαν πώς το κατάλαβα. Διότι γνώριζα και γνωρίζω πολύ καλά ότι όταν κάποιος έχει έναν γνήσιο Παρθένη αξίας 100.000 ευρώ, θα επιδιώξει και θα εισπράξει την αξία του έργου που είναι 100.000 ευρώ». «Έχει ποινική ευθύνη όποιος κατέχει πλαστό έργο με σκοπό τον δόλο και την παραπλάνηση» Νομικά η γκαλερί θα κατηγορηθεί για κάτι; Σύμφωνα με τον κ. Οικονομόπουλο, «Πρόσφατα, ψηφίστηκε ένας νόμος στη Βουλή, η ισχύς του οποίου άρχισε στις 30 Ιανουαρίου του ’26 – είναι ο νόμος 5271 του ’26 – και ο οποίος είναι πράγματι αυστηρός, θα έλεγα αδυσώπητος. Διότι πλέον δεν τιμωρεί μόνο τη χρηματοοικονομική ζημία ενός έργου τέχνης. Δεν τιμωρεί δηλαδή την αγορά του έργου, όταν κάποιος χάσει τα χρήματά του. Τιμωρεί και την απλή έκθεση, διακίνηση, διάθεση, κατοχή, αποδοχή της κατοχής του έργου τέχνης. Δηλαδή ο κάτοχος πλέον, εκ μόνο του λόγου ότι κατέχει πλαστό έργο, και αυτός το κάνει με σκοπό παραπλάνησης, πλέον διώκεται. Έχω ακούσει πολλές αβασιμότητες. Από τη στιγμή που κάποιος κατέχει πλαστό έργο τέχνης και προκύπτει ότι έχει σκοπό παραπλάνησης, και ο σκοπός παραπλάνησης είναι υπερχειλής, δηλαδή εδώ αρκεί και ο ενδεχόμενος δόλος, δηλαδή θεωρεί ότι είναι ενδεχόμενο να είναι πλαστό και το αποδέχεται, αυτός που κατέχει το πλαστό έργο πλέον έχει ποινική ευθύνη», »Πηγαίνει για πλημμέλημα και αν υπάρχουν επιβαρυντικές περιστάσεις, αν δηλαδή το κάνει κατ’ επάγγελμα, σε εμπορική κλίμακα, για κακούργημα. Στην προκειμένη περίπτωση έχουμε 320 έργα. Λοιπόν, 320 έργα σημαίνει ότι η πράξη έχει τελεστεί σε εμπορική κλίμακα. Τέλεσε το αδίκημα κατ’ επάγγελμα ή κατά συνήθεια και μάλιστα μέσα στο πλαίσιο της άσκησης του επαγγέλματός του. Διότι δεν πρέπει να λησμονείται ότι ο συγκεκριμένος είναι έμπορος. Είναι η δουλειά του. Πάρα πολλοί ισχυρίζονται ότι ο άνθρωπος αυτός τα είχε στα χέρια του και δεν γνώριζε. Είναι σαν να μου λέτε ότι πάτε σε ένα κοσμηματοπωλείο των Αθηνών, επιλέγετε και αγοράζετε ένα κόσμημα, ένα δαχτυλίδι, και τελικά αυτό είναι τσίγκος. Είναι δυνατόν να ισχυριστεί κάποιος ότι ο κοσμηματοπώλης δεν γνώριζε ότι είναι τσίγκος;». Για το Ευαγγέλιο: «το Ευαγγέλιο είναι μνημείο. Και επομένως ως μνημείο υπάγεται στις διατάξεις του νόμου 4858 του ’21, και έχει ειδικό καθεστώς. Δεν είναι σύγχρονα έργα τέχνης όπως σας ανέφερα προηγουμένως. Είναι μνημείο και έχει ειδική προστασία εμπίπτει στο άρθρο 20 παράγραφος Β του νόμου περί πολιτιστικής κληρονομιάς. Είναι δηλαδή μνημείο μετά το 1453 και έως το 1830. Και έχει ειδική προστασία. Η διαπίστωση ενός έργου τέχνης γίνεται από Ιστορικούς της Τέχνης με μία συγκεκριμένη μεθοδολογία. Δεν έχει καμία σχέση με τη διαπίστωση της πλαστότητας ενός νομίσματος. Η μεθοδολογία που ακολουθείται εκεί και ο κώδικας και το πρωτόκολλο είναι εντελώς διαφορετικό. Το έργο τέχνης έχει άλλο πρωτόκολλο. Γίνεται η ανίχνευσή του από Ιστορικό της Τέχνης, με ιστορική τεχνοτροπική ανάλυση, με σύγκριση με άλλα έργα, και με φυσικοχημική έρευνα πάνω σ’ αυτό. Εδώ τα συγκεκριμένα έργα ήταν εξόχως πλαστά». Ο Σταύρος Μπαλάσκας, αναλυτής αστυνομικών υποθέσεων προσέθεσε για τον εν λόγω γκαλερίστα: «Απατεώνας; Αλαζόνας; Το χρήμα; Η λάμψη; Η τηλεόραση; Ξέφυγε; Η ουσία είναι ότι αυτός ο άνθρωπος πλέον κατηγορείται για κακουργηματικές διατάξεις του ποινικού κώδικα και πλέον το όνομά του δεν υπάρχει, έγινε φύλλο και φτερό. Και δεν είναι μόνο αυτά. Υπάρχει βροχή με καταγγελίες ιδιαιτέρως στη Γενική Αστυνομική Διεύθυνση Αττικής, μία γυναίκα είπε για έναν σταυρό, η κυρία Νταϊφά ένα εξέχον μέλος της ελληνικής κοινωνίας μίλησε για κλεμμένα. Μιλάμε ότι ο άνθρωπος πλέον κατηγορείται ακόμα και για το ότι κατείχε κλεμμένα είδη στα χέρια του και αυτό είναι και αυτό μια σοβαρή παράβαση. Μιλάμε ότι τελικά αποδεικνύεται ότι αυτός ο κύριος ήταν λαμόγιο». Λόλα Νταϊφά στο MEGA: «Όταν είδα τα κοσμήματά μου πήρα αμέσως την αστυνομία – Ο γκαλερίστας μου είπε ότι δεν είναι δικά μου» Η Λόλα Νταϊφά, γνωστή συλλέκτρια, μίλησε στο MEGA για την περιπέτειά της όταν είδε τα κοσμήματά της τα οποία είχαν κλαπεί στην εκπομπή του γνωστού γκαλερίστα και τα οποία ετίθεντο προς πώληση. «Ο Γολγοθάς είχε ξεκινήσει με την κλοπή. Γιατί ήταν πολύ δύσκολη και πολύ περίπλοκη ας πούμε για τα μέτρα τα δικά μου όλη αυτή η ιστορία. Έκανα 2,5 μήνες να μπω στο δωμάτιό μου και να κοιμηθώ στο κρεβάτι μου. Και ξαφνικά να τα βλέπω να τα πουλάνε. Πόσο ν’ αντέξει ένας άνθρωπος πια. Τα είδα στην τηλεόραση μετά από 8 μήνες. Και έχω λέω μια κακόβουλη σκέψη, μήπως ξαναβρεθούν σε κάποια τηλεόραση και όταν πεθάνω. Περιμένουν να πεθάνω δηλαδή για να βγουν και τα υπόλοιπα. Όταν είδα τα κοσμήματα, πήρα πρώτα τηλέφωνο την αστυνομία και μετά πήγα στον γκαλερίστα, σε αυτόν που πλειοδοτεί σε διάφορες εκπομπές άλλες. Πήγα εκεί πέρα και του είπα ότι «αυτά τα σκουλαρίκια σας διέκοψα ακριβώς το τσακ την ώρα που τα πουλούσατε, γιατί αυτά τα σκουλαρίκια είναι τα κλεμμένα τα δικά μου». Μου είπε λοιπόν ότι «όχι, δεν είναι τα δικά σας, αλλά τα έχω πάρει εγώ από έναν ηλικιωμένο κύριο χρόνια τώρα». Του λέω «αυτά δεν μπορεί να τα έχετε πάρει, για τον απλό λόγο ότι αυτά τα σκουλαρίκια τα παρήγγειλα εγώ με σχέδιο δικό μου, δόξα τω Θεώ το χρυσοχοείο υπάρχει, ο κύριος που τα έφτιαξε διαβεβαίωσε στην αστυνομία όταν του τα πήγαν ότι είναι δικά του». Από κει και πέρα, τι να πω», είπε αρχικά. Και συνέχισε: «Το ευχάριστο για μένα και το δυσάρεστο και το κακότυχο γι’ αυτόν είναι διότι αν έβγαζε κάποιο άλλο ζευγάρι, κάτι άλλο, ένα άλλο δαχτυλίδι, ένα από τα πολλά που έχουν κλέψει, γύρω στα 500-600 μέχρι και 800 χιλιάδες μου είπαν ότι μπορεί να είναι αυτά που μου έκλεψαν. Το περίεργο είναι ότι όταν του είπα ότι αυτά τα έχω φτιάξει εγώ, δεν φάνηκε να αναστατώνεται. Ενώ εάν ήταν σκουλαρίκια ας πούμε ή οποιουδήποτε κόσμημα το οποίο είχε βγει στη σειρά, δηλαδή ένα μεγάλο ή μικρό κοσμηματοπωλείο, φτιάχνει 10, 20 ζευγάρια, έτσι δεν μπορείς να το διεκδικήσεις, να πεις είναι δικό μου. ήταν σχεδιασμένα για μένα. Δεν τα πήρα πίσω τα κοσμήματά μου. Έχω κινηθεί νομικά εναντίον του», »Μετά από 8 περίπου μήνες τα σκουλαρίκια να βγαίνουν πάλι σε πλειστηριασμό. Και αυτά τα σκουλαρίκια ήξερα πολύ καλά ότι τα ‘χει η αστυνομία. Αυτά λοιπόν φαίνεται τα είχαν φιλμάρει και από λάθος τα ξαναβγάλανε. Όταν λοιπόν εγώ τα είδα, γιατί κοιτούσα εμμονικά την εκπομπή πια, όταν τα είδα τους πήρα τηλέφωνο και δεν τους είπα ότι αυτά είναι δικά μου ή τίποτα τέτοιο, αλλά άρχισα να πλειοδοτώ και εγώ. Οι συνήθεις πελάτες δίνουν 50, 100 ευρώ, μερικές φορές και 20 στις πλειοδοσίες. Εγώ λοιπόν, αφού ήξερα ότι δεν θα τα δώσω, άρχισα να δίνω χιλιάρικα. Εγώ χίλια. “Α δεν μπορείτε να τα πάρετε γιατί 50 έδωσε κάποιος”. Εγώ άλλα χίλια, άλλα πεντακόσια. Τέλος πάντων είχε φτάσει η τιμή, είχε φτάσει η τιμή πάνω από την αξία των σκουλαρικιών. Τελικά μου λέει αυτός “γιατί είδε ότι εγώ δεν έκανα πίσω και μου λέει “εντάξει τα πήρατε”. “Πότε θέλετε να τα πάρετε;” Του λέω αύριο. Μου λέει “θα περάσετε από το κατάστημα ή θα σας τα στείλουμε στο σπίτι;” “Όχι” λέω, “θα περάσω από το κατάστημα γύρω στις 11”. Στις 9:30, δέκα παρά, με πήραν τηλέφωνο και μου είπαν ότι “ξέρετε; Μην έρθετε να πάρετε τα σκουλαρίκια”. “Γιατί;” λέω, “θα φέρω και τα λεφτά, όσα συμφωνήσαμε, όσα τα πήρα στον αέρα”. “Όχι, τα σκουλαρίκια σας τα έχει η αστυνομία”. “Πέστε ότι μιλάμε για τα κλεμμένα λοιπόν να το παραδεχτούμε όλοι”, τους είπα. Και μου έκλεισαν το τηλέφωνο». Ο ιδιωτικός ερευνητής Γιώργος Τσούκαλης μίλησε επίσης για την υπόθεση «Η Λόλα είχε χάσει τον ύπνο της στην κυριολεξία. Είχε κλονιστεί διότι είναι τρομερό να χάνεις μια περιουσία και να τη βλέπεις να πωλείται και να μην μπορείς να βρεις άκρη. Κάποιος για να κατέχει ένα Ευαγγέλιο, όπως το συγκεκριμένο, πρέπει να το έχει δηλώσει στην Εφορεία Αρχαιοτήτων για να είναι νόμιμος κάτοχος, αφενός, και σε περίπτωση που γίνει μια κλοπή και ξανά εντοπιστεί να μπορεί να το διεκδικήσει. Βέβαια, ρωτώ εγώ, πώς είναι δυνατόν ένα Ευαγγέλιο, το οποίο έχει φιλοτεχνηθεί στη Βενετία από Ηπειρώτες τυπογράφους, να βρίσκεται στα χέρια ενός ιδιώτη; Αυτό είναι λίγο παράξενο και καλείται ο γκαλερίστας να αποδείξει πώς έφτασε στα χέρια του. Ποια είναι η διαδρομή. Έχει μεγάλη σημασία ποια είναι η διαδρομή», σημείωσε.