TheGreeceTime

Ο πόλεμος στην κάλπη

2026-03-21 - 12:52

Κάποιες από τις επιπτώσεις του πολέμου στο Ιράν είναι ήδη ορατές, κάποιες πιθανολογούνται και κάποιες, ίσως, επηρεάσουν μακροπρόθεσμα τον κόσμο με τρόπο που ακόμη δεν μπορούμε να φανταστούμε. Ανάμεσα στις επιπτώσεις, πάντως, που έχουν γίνει άμεσα αισθητές περιλαμβάνεται και μια αλλαγή του πολιτικού κλίματος. Στην Ευρώπη τουλάχιστον. Δεν είναι μόνον ότι οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, κάποιες πιο τολμηρά από άλλες, βρήκαν αίφνης το κουράγιο να σταθούν απέναντι σε έναν πρόεδρο που ως χθες προσπαθούσαν να καλοπιάσουν, ακόμη κι όταν τους φερόταν με υποτιμητικό ή εξευτελιστικό τρόπο. Είναι ότι ακόμη και οι ομοϊδεάτες του προέδρου, οι πιο στενοί πολιτικοί του συγγενείς στο ευρωπαϊκό περιβάλλον, αρχίζουν να παίρνουν αποστάσεις από τον ίδιον και την πολεμική του περιπέτεια. Η Μελόνι, για παράδειγμα, χρησιμοποιούσε τη συμπάθεια που της έδειχνε ο Τραμπ, την οικειότητα και τις προσκλήσεις στο Μαρ-α-Λάγκο, ως πολιτικό ατού και μοχλό ισχύος, όχι μόνο σε εθνικό, αλλά και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Μα πριν από λίγες ημέρες ξάφνιασε την ιταλική Βουλή καταδικάζοντας τον βομβαρδισμό του σχολείου στο Ιράν ως «σφαγή» και χαρακτηρίζοντας τον πόλεμο παραβίαση του διεθνούς δικαίου. Ο λαϊκιστής Φίτσο της Σλοβακίας μίλησε για τον πόλεμο με γλώσσα πιο σκληρή ακόμη και από τον Σάντσεθ της Ισπανίας. Οι αγαπημένοι του συστήματος MAGA, ο Ναβρότσκι της Πολωνίας και ο Ορμπαν της Ουγγαρίας, ήταν πιο προσεκτικοί στις διατυπώσεις τους αλλά φρόντισαν να κάνουν σαφή τη διαφοροποίησή τους και την άρνηση κάθε εμπλοκής των χωρών τους στον πόλεμο. Το ίδιο και η Λεπέν και ο νεαρός υπασπιστής της στη Γαλλία. Και – ω της εκπλήξεως – ακόμη και η AfD στη Γερμανία έσπευσε να διατυπώσει μια κριτική στον πόλεμο πιο αυστηρή από εκείνη του χριστιανοδημοκράτη καγκελάριου. Η Αλις Βάιντελ, για χάρη της οποίας ο αντιπρόεδρος Βανς είχε προκαλέσει σκάνδαλο πέρυσι στο Μόναχο όταν έσπευσε να τη συναντήσει πριν επαινέσει τις ιδέες της σ’ εκείνη την αξέχαστη ομιλία του, κατηγόρησε τον Τραμπ ότι αθέτησε μια θεμελιώδη προεκλογική του υπόσχεση, έμπλεξε σε έναν πόλεμο «χωρίς στρατηγική εξόδου» και οδηγεί σε επικίνδυνη αποσταθεροποίηση τη Μέση Ανατολή. Η στροφή δεν είναι ανεξήγητη. Ο πόλεμος είναι εξαιρετικά αντιδημοφιλής στην Ευρώπη, οι συνέπειές του στις ευρωπαϊκές οικονομίες πιθανολογούνται βαριές και όποιος δεν διαφοροποιηθεί εγκαίρως και επαρκώς από την περιπέτεια και τον εμπνευστή της, κινδυνεύει να το πληρώσει ακριβά στην κάλπη. Το έζησαν, πρόσφατα, οι ακροδεξιοί του Vox στην Ισπανία που προσγειώθηκαν απότομα από τις υψηλές δημοσκοπικές τους πτήσεις σε χαμηλές εκλογικές επιδόσεις στις τοπικές εκλογές της Καστίλης, όπου επιβραβεύθηκε ο Σάντσεθ για την κριτική του στον πόλεμο ενώ εκείνοι πλήρωσαν τη νομιμοφροσύνη τους απέναντι στον Τραμπ. Η Λεπέν έχει εκλογές αύριο, ο Ορμπαν σε δεκαπέντε μέρες, η Μελόνι έχει μεθαύριο ένα δημοψήφισμα που θα είναι κάτι σαν ψήφος εμπιστοσύνης, η Γερμανία μπαίνει σε μια «σούπερ εκλογική» χρονιά με πέντε κρίσιμες περιφερειακές εκλογές. Οι «φίλοι του Τραμπ» δεν έχουν καμιά διάθεση να χάσουν ψήφους για το χατίρι του. Υπάρχουν, βέβαια, κι άλλες εξηγήσεις, πέραν του πολιτικού υπολογισμού. Στο σύμπαν των ιδεών της ριζοσπαστικής και εθνικιστικής Δεξιάς, η ισλαμοφοβία συνυπάρχει συχνά με υπολείμματα αντισημιτισμού και με αντιϊμπεριαλιστικά ανακλαστικά. Η επικοινωνία του «πρώτα η Αμερική» των MAGA με την ευρωπαϊκή Ακροδεξιά ήταν πάντα προβληματική. Οι προσπάθειες του Στιβ Μπάνον να συγκροτήσει «τραμπικά» δίκτυα στην Ευρώπη ποτέ δεν άνθισαν, αφού μία «διεθνής των εθνικιστών» (όρος εσωτερικά αντιφατικός) είναι αδύνατον να υπάρξει. Και οι ηγέτες της ριζοσπαστικής Δεξιάς καταλαβαίνουν καλά ότι αν εμφανίζονταν ως παρακολούθημα της Ουάσιγκτον και του Τελ Αβίβ σε αυτόν πόλεμο, θα ακύρωναν την προσπάθεια που κάνουν, χρόνια τώρα, να κερδίσουν την ανοχή ενός «κεντρώου» mainstream ακροατηρίου, χωρίς να χάσουν την προνομιακή εκπροσώπηση της αντισυστημικής οργής. Μένει, βέβαια, να φανεί στην κάλπη αν η απόσταση από τον Τραμπ θα αποδειχθεί για την εθνικιστική, ριζοσπαστική Δεξιά πιο ωφέλιμη πολιτικά από τη συνάφεια μαζί του. Δεν αποκλείεται. Την όποια δύναμή της άλλωστε δεν την έφερε ποτέ κάποιος διεθνής ιδεολογικός ή πολιτικός άνεμος. Την έδωσε η δυσαρέσκεια μεγάλων τμημάτων των μεσαίων στρωμάτων στο εσωτερικό των ευρωπαϊκών κοινωνιών και η αποτυχία των φιλελεύθερων πολιτικών δυνάμεων να εκπροσωπήσουν τις νέες αγωνίες των στρωμάτων αυτών. Ο πόλεμος και οι συνέπειές του θα ενισχύσουν πιθανότατα και τα δύο – και τη δυσαρέσκεια και την αδυναμία. Αν μάλιστα οι «συστημικές» δυνάμεις, δεσμευμένες πολλαπλά από τις σχέσεις τους με την Ουάσιγκτον, μείνουν καθηλωμένες σε έναν χλιαρό λόγο, σε μισόλογα που παίρνουν ντροπαλά αποστάσεις από τον πόλεμο από φόβο μην τους θυμώσει ο Τραμπ, αν δεν βρουν τρόπο να ενσωματώσουν μια πιο τολμηρή εναντίωση στο αυθαίρετο του πολέμου σε μια πιο ολοκληρωμένη, θετική ευρωπαϊκή ατζέντα, τότε οι λαϊκιστές της Ακροδεξιάς μπορεί να μεγιστοποιήσουν τα πολιτικά τους κέρδη, εμφανιζόμενοι ως αυθεντικοί εκφραστές του κοινού αισθήματος. Η προειδοποίηση αφορά και την Ελλάδα, προφανώς. Προς το παρόν, για προφανείς λόγους, είναι εμφανέστερη εδώ απ’ ό,τι σε άλλες χώρες η τάση συσπείρωσης «γύρω από τη σημαία», στις συνθήκες του πολέμου. Η αποστολή της φρεγάτας στην Κύπρο αφαίρεσε έδαφος κάτω από τα πόδια της «πατριωτικής», «τουρκοφαγικής» συνιστώσας που, στην παρούσα φάση, κυριαρχεί στον δικό μας αντισυστημικό χώρο. Ο πόλεμος δεν βρίσκει εύκολα θέση στην ατζέντα αυτού του χώρου. Κι έτσι, οι δημοσκοπήσεις των ημερών δείχνουν μια οριακή αποδυνάμωση των «αντισυστημικών» και ενίσχυση των «συστημικών» δυνάμεων – της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ, δηλαδή. Αλλά η συγκυρία θα αλλάξει. Οι οικονομικές συνέπειες του πολέμου θα αρχίσουν να γίνονται περισσότερο αισθητές. Η έλλειψη συναίνεσης στην Ευρώπη ως προς τα μέσα αντιμετώπισής τους θα στενεύει τα περιθώρια πολιτικών χειρισμών. Και οι ενδεχόμενες γεωπολιτικές περιπλοκές δεν μπορούν να αποκλειστούν. Οι καθησυχαστικές, σήμερα, δημοσκοπήσεις μπορεί αύριο να κρύβουν εκπλήξεις.

Share this post: