Κώστας Μαυρούδης: «Η λέξη είναι το επιτύμβιο που αποσιωπά τον χρόνο της μαθητείας»
2026-03-29 - 16:43
Στην προσπάθεια να αποφύγουμε την μπαναλιτέ του «υβριδικού» ύφους για να αποτυπωθεί το νεότερο έργο του Κώστα Μαυρουδή παραδινόμαστε τελικά στο ψήγμα αλήθειας του επιλέγοντας να το διαβάσουμε βέβαια ως είδος σύμμεικτο και νόμιμο: ένα μωσαϊκό από ταχυαφηγήματα, αφορισμούς και ποιήματα, όπως υπόσχεται συχνά – πυκνά η γραφή του Μαυρουδή. Στο «Ο Χ. είπε», λοιπόν, που αναμένεται από την «Κίχλη», το αφηγηματικό όχημα είναι τα σπαράγματα από συζητήσεις που ο συγγραφέας είχε με έναν φίλο του αποφεύγοντας προφανώς τη διαλογική μορφή. Ολα μαζί τα πεζά κείμενα της συλλογής διέπονται από την αγωνία της μνήμης και της γραφής («ο μόνος παράδεισος απ’ όπου δεν γίνεται να εκδιωχθούμε είναι η μνήμη»), ενώ οι διακειμενικές αναφορές σε μεγάλα έργα παίρνουν τη μορφή ενός νοερού διαλόγου – μιας «μεταφορικής σχέσης» – με τις αξίες των άλλων. Από την έκδοση που αναμένεται προδημοσιεύουμε εδώ ένα πεζό κείμενο και τμήμα από τους αφορισμούς. 1«Το Πάσχα του 1958», είπε ο Χ., «ταξιδέψαμε με τον πατέρα μου από την Αθήνα στο Λουτράκι. Ήταν πρόσφατο το πένθος μας, αλλά δεν αναφερόμασταν ποτέ σ’ αυτό. Με ένα τηλεγράφημα πληροφορήσαμε για την άφιξή μας τη θεία Υβόννη, που παραθέριζε εκεί. Μεγαλύτερη αδελφή της μητέρας μου, διέθετε άνεση στις κοσμικές συναναστροφές. Συναντηθήκαμε λίγο πριν απ’ το μεσημέρι στο παραλιακό πάρκο με τους ευκαλύπτους, που υπάρχουν –γιγαντιαίοι– μέχρι σήμερα. Έμενε στο ξενοδοχείο Mon Repos, με έναν ηλικιωμένο κύριο τον οποίο έβλεπα για πρώτη φορά. Το πρόσωπό της έστιλβε από τη χρήση κάποιου καλλυντικού, φορούσε μαύρο φόρεμα και είχε λεπτά, ζωγραφισμένα φρύδια. Πρόσεξα ότι διατύπωνε πιο σύνθετες απ’ ό,τι συνήθως ιδέες, αποτέλεσμα προφανώς νέων συναναστροφών. Την άκουγα να λέει ότι “Αυτός που ξέρει μπριτζ δεν θα γεράσει μόνος” ή να φιλοσοφεί με απόψεις όπως “Είμαστε σαν τα εφήμερα, που γεννιούνται με την ανατολή του ήλιου και πεθαίνουν με τη δύση”. Εκείνος, ψηλός – με χαρακτηριστικά που δεν συγκρατώ –, με βελούδινο καπέλο και μια Leica χιαστί στον ώμο, κρατούσε ένα λεπτό μπαστούνι, θεσμό ακόμα για την τάξη του. »Έχω πολλές φωτογραφίες απ’ τα ταξίδια τους, έναν ολόκληρο φάκελο», είπε ο Χ. «Στο μοναστήρι του Οσίου Λουκά, στην Υπάτη, στην Κω (πριν ακόμα βανδαλιστεί η ιταλική φινέτσα). Τις εμφάνιζε και τις τύπωνε ο ίδιος σε χαρτί ματ, χωρίς οδοντωτό περίγραμμα, με τόνο ελαφρότατης σέπιας. Ήταν ταλαντούχος φωτογράφος. Το δείχνει η εκμετάλλευση της προοπτικής σε δρόμους και κτήρια, αλλά όχι μόνο: οι τρεις χωριάτισσες – με μαύρα μαντίλια και καλάθια μπροστά σε αρχαίο πρόστυλο –, οι σκύλοι που βαδίζουν παράλληλα με τα εξαπτέρυγα μιας λιτανείας, αλλά και η τεράστια σφαίρα ενός καρπουζιού πλάι σε ένα βερίκοκο δηλώνουν ότι αντιλαμβανόταν το κοντράστ και το παίγνιο. »Μας φωτογράφισε στη γέφυρα του Ισθμού, αποκλεισμένου και εκτός λειτουργίας από μια μεγάλη κατολίσθηση. Αλλά και αργότερα, στην Κόρινθο, με τρεις ποδηλάτες της ΑΕΚ (πάνινα καπελάκια, εφαρμοστές φανέλες και λεπτό μουστάκι κατά τον συρμό της εποχής), που σταμάτησαν προς χάριν μας. Σε ό,τι αποτυπώθηκε στις περιηγήσεις τους – δραστηριότητα, υπολογίζω, μιας πενταετίας – δεν φαίνεται πουθενά ο ίδιος ούτε τίποτε δικό του. Παντού, για λόγους που δεν είναι δύσκολο να υποθέσω, κρύβει την παρουσία του. Οι φωτογραφίες στο Λουτράκι δηλώνουν το ίδιο, αν εξαιρέσω μιαν αδιόρατη, θα έλεγα υποβολιμαία, λεπτομέρεια. Την εντόπισα με τον μεγεθυντικό φακό – σαράντα ένα χρόνια αργότερα –, επιθεωρώντας νωχελικά τις γόβες και ένα βραχιόλι της θείας μου. Στην πλάτη του μόνου άδειου καθίσματος μόλις διακρίνεται η λαβή ενός μπαστουνιού. Μια αστοχία χιλιοστού στη σκόπευση την εγκατέστησε διά παντός στο κάδρο. Δεν υπάρχει πουθενά άλλο τεκμήριο της παρουσίας του», είπε ο Χ. 2. Αφορισμοί ΑΛΛΗΛΟΛΑΛΙΑ Κάθε λέξη μου ανάγεται σε μιαν άγνωστη στιγμή μαθητείας, σε κάποιο σημείο της νηπιακής ή μεταγενέστερης ζωής. Η ιδέα να χρονολογηθεί η πρώτη σχέση μ’ αυτήν είναι ιλιγγιώδης. Η καταγωγή της θα εμφάνιζε σημεία που θα μας τρόμαζαν, θα μας μετέφεραν – σαν υπέρβαση μιας θεοψίας – σε προγόνους, σε ανεντόπιστες συναλλαγές, ακόμα και σε αγνώστους που διατύπωσαν δίπλα μας μια τετριμμένη σκέψη. Ως αποκάλυψη θα ήταν μια επιπλέον μελαγχολική ιστορία, παρόξυνση της ήττας μας απ’ τον χρόνο. Ο προσήλυτος στην εκκλησία της γλώσσας δεν θα συναντήσει στο μέλλον μαρτυρίες της πρώτης γνώσης. Η λέξη είναι το επιτύμβιο που αποσιωπά και τον χρόνο της μαθητείας και το όνομα του εισηγούμενου. * Όταν διαβάζω ότι, μετά από μήνες κατάθλιψης, το πρότυπο του Σαρλ Μποβαρύ, ο κατά κόσμον Ευγένιος Ντελαμάρ, στρατιωτικός γιατρός, κρεμάστηκε από το κλαδί μιας μηλιάς (έχει μιλήσει γι’ αυτή τη λεπτομέρεια, χρόνια αργότερα, η υπηρέτρια του σπιτιού), βρίσκω πως ο προσδιορισμός του είδους (μηλιά, όχι αορίστως κάποιο δέντρο) εμψυχώνει ρεαλιστικά την πράξη, ενισχύει τον δραματικό της αντίκτυπο. Σε αυτοβιογραφικό βιβλίο τής Αννί Ερνώ, μια ατζέντα κερδίζει παραστατική αμεσότητα με τα ασήμαντα χαρακτηριστικά της («Μου είχαν χαρίσει μια κίτρινη ατζέντα, με τη διαφήμιση ενός εμπόρου τυριών»). Στη χ ραψωδία της Οδύσσειας, όταν στο παλάτι οι μνηστήρες σημαδεύουν με τα κοντάρια τους τον Οδυσσέα, ο ποιητής «φωτογραφίζει» την πράξη: τα κοντάρια τους χτυπούσαν στους παραστάτες της πόρτας. Ένα δέντρο, μια ατζέντα, μια μυθική αστοχία, δίνοντας το όνομα και τη διεύθυνσή τους, χαρίζουν υπεραξία στο νόημα. * Γιατί, άραγε, η φράση του Κοκτώ «Έχει μια γλυκύτητα η λάσπη, η ανθρώπινη, τρυφερή λάσπη μας» δεν με παραπέμπει τόσο στην εικόνα της Γένεσης (κεφ. 2, 7) όσο στον υπαινιγμό ενός ακόλαστου γέρου; * Δύο θεμελιακές λειτουργίες (και μείζονες χαρές του είδους μας) σχετίζονται, αντίστοιχα, με τη διαδικασία της σίτισης και της κένωσης. Δεν είναι ανεξήγητο. Απ’ αυτόν τον αρχαϊκό σωλήνα εξελίχθηκαν όλοι οι οργανισμοί. Είναι ο άξονας που τους διατρέχει. Η σημασία του παραμένει ίδια, από το σκουλήκι και τα ασπόνδυλα μέχρι το θαυμαστά εξελιγμένο δίποδο, που μαγεύεται από μια σονάτα ή γράφει επτά τόμους εξ αφορμής ενός κέικ (γαλλιστί μαντλέν).