Ακύρωσαν το πρόστιμο για τον απαγχονισμό σκύλου – Το μήνυμα της απόφασης σοκάρει
2026-03-26 - 15:52
Μια δικαστική εξέλιξη που προκαλεί εύλογη οργή και σοβαρά ερωτήματα για το πώς αντιμετωπίζονται στην πράξη οι πιο ακραίες υποθέσεις κακοποίησης ζώων έρχεται από την Καλαμάτα. Το Μονομελές Διοικητικό Πρωτοδικείο Καλαμάτας ακύρωσε το διοικητικό πρόστιμο των 30.000 ευρώ που είχε επιβληθεί σε άνδρα από τα Φιλιατρά για υπόθεση θανάτωσης του σκύλου του με απαγχονισμό, κρίνοντας ότι η διοικητική κύρωση δεν είχε στηριχθεί σε επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, χωρίς να θεωρήσει επαρκώς τεκμηριωμένη τη διοικητική πράξη, παρά την ύπαρξη βιντεοληπτικού υλικού. Σημειωτέον, ο συγκεκριμένος άνδρας, σύμφωνα με τη δικογραφία, αφού κρέμασε το ζώο του, χόρευε ημίγυμνος γύρω του μετά μουσικής, ενώ, σύμφωνα με στοιχεία της δικογραφίας, η αρχική διαχείριση της υπόθεσης από τις αρμόδιες αρχές εγείρει σοβαρά ερωτήματα. https://www.tanea.gr/wp-content/uploads/2026/03/WhatsApp-Video-2026-03-26-at-16.24.14.mp4 Η υπόθεση μόνο ασήμαντη δεν είναι. Στο κατηγορητήριο του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Καλαμάτας, ο κατηγορούμενος φέρεται ότι την 1η Μαΐου 2023, σε αγροτική περιοχή στα Φιλιατρά, κρέμασε από κλαδί ελιάς με σχοινί έναν λευκό σκύλο, περνώντας τη θηλιά γύρω από τον λαιμό του, και στη συνέχεια τον χτυπούσε επανειλημμένα με ξύλο, φωνάζοντάς του «σκάσε», με αποτέλεσμα τον θάνατό του. Στο ίδιο κατηγορητήριο περιγράφεται και δεύτερη πράξη, που αφορά παραβίαση των κανόνων ευζωίας για άλλο σκύλο, δεμένο σε ελιά, χωρίς ηλεκτρονική σήμανση, χωρίς καταχώριση και με ελλιπή φροντίδα. Η υπόθεση ως προς το ποινικό της σκέλος αναμένεται να εκδικαστεί τον Μάιο του 2027. Κι όμως, παρά τη βαρύτητα των καταγγελλόμενων πράξεων, το διοικητικό πρωτοδικείο έκρινε ότι το πρόστιμο δεν μπορούσε να σταθεί νομικά, επειδή η πράξη βεβαίωσης της παράβασης στηρίχθηκε, όπως αναφέρει, όχι σε ιδία αντίληψη του αστυνομικού οργάνου αλλά σε καταγγελία και σε αξιολόγηση στοιχείων της ποινικής δικογραφίας. Με απλά λόγια, το δικαστήριο έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε επαρκώς, για τους σκοπούς της διοικητικής κύρωσης, ότι ο προσφεύγων τέλεσε την παράβαση. Αυτό ακριβώς είναι που προκαλεί σοκ. Διότι η εικόνα που προκύπτει είναι ότι, μπροστά σε μία υπόθεση ακραίας βίας κατά ζώου, η διοικητική προστασία κατέρρευσε όχι επειδή το περιστατικό θεωρήθηκε ήσσονος σημασίας, αλλά επειδή η διοικητική διαδικασία δεν «έδεσε» αποδεικτικά με τον τρόπο που το δικαστήριο έκρινε αναγκαίο. Και ενώ η ποινική Δικαιοσύνη προχωρά σε βαθμό κακουργήματος, το διοικητικό σκέλος κατέληξε σε ακύρωση του προστίμου. Ακόμη πιο προβληματικό είναι ότι στα έγγραφα της δικογραφίας που έχουν συνταχθεί μεταγενέστερα, ο ίδιος άνθρωπος εμφανίζεται να επικαλείται βαρύ αλκοολισμό, επανειλημμένες ψυχιατρικές νοσηλείες, κενά μνήμης και αδυναμία να θυμηθεί τι συνέβη εκείνη την ημέρα, ενώ ζητεί ψυχιατρική εξέταση και απαλλαγή λόγω έλλειψης καταλογισμού. Πρόκειται για στοιχεία που θα κριθούν από την ποινική Δικαιοσύνη, χωρίς μέχρι στιγμής να προκύπτει σαφής δικαστική κρίση ως προς τον καταλογισμό του. Δεν παύουν όμως να αναδεικνύουν κάτι βαθύτερο: ότι το κράτος απέτυχε να διασφαλίσει πως, τουλάχιστον στο διοικητικό επίπεδο, μια τόσο σοβαρή υπόθεση θα είχε άμεση και αποτελεσματική συνέπεια. Η απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Καλαμάτας δεν είναι απλώς μια τυπική ακύρωση προστίμου. Είναι ένα ηχηρό, επικίνδυνο μήνυμα. Ότι ακόμη και στις πιο αποτρόπαιες υποθέσεις κακοποίησης ζώων, η θεσμική απάντηση μπορεί να αποδειχθεί διάτρητη. Και αυτό, σε μια χώρα που έχει αυστηροποιήσει το νομικό της οπλοστάσιο για την προστασία των ζώων, δεν είναι απλώς αδιανόητο. Είναι βαθιά εκτεθειμένο.