Τα χρόνια της τρέλας
2026-03-28 - 13:43
Ξεκινούν με ένα «Αποκλείεται να –» Αποκλείεται να εισβάλουν στην Ουκρανία, αποκλείεται να επανεκλεγεί ο Τραμπ. Μετά, όταν σηκώνεται ο ανεμοστρόβιλος και στριφογυρίζουν σαν ξερά φύλλα όλα όσα αποκλείονταν, έρχεται το «Λες να;..» (Λες να γίνει πόλεμος, λες να αφανιστούν λαοί, λες να μην έχουμε καύσιμα, νερό, αέρα – λες να επανεκλεγεί ο Τραμπ;) Και μετά, σταδιακά ή απότομα, συνειδητοποιείς ότι ο κόσμος έγινε παιχνίδι καινούργιο, άγνωστο, χωρίς κανόνες και χωρίς καμία πιθανότητα ψυχαγωγίας. Η ποίηση έχει τουλάχιστον μια ιδιότητα: βρίσκει τις λέξεις, όταν νομίζεις ότι πια δεν υπάρχουν. Ο πολυχρησιμοποιημένος στίχος του Eλιοτ «Ο κόσμος δεν θα τελειώσει με πάταγο, αλλά μ’ ένα κλαψούρισμα» συνεχίζει να μας σκουντάει σαρκαστικά, όπως και ο τίτλος του ποιήματος: Κούφιοι Aνθρωποι, ναι. Αισθανόμαστε πράγματι κάπως έτσι, αφού υπάρχει τώρα μέσα μας ένα κενό: εκεί όπου βασίλευαν κάποια δεδομένα, ασφάλειες, σιγουριές, τώρα τίποτε. Oλα μπορούν να συμβούν, και όλα συμβαίνουν. Αν σήμερα ζεις στη Νότιο Κορέα, η κυβέρνηση μόλις σου είπε να κάνεις τα ντους σου ολιγόλεπτα και να βάζεις πλυντήριο τα Σαββατοκύριακα· αν ζεις στο Νεπάλ δεν θα ζεστάνεις το φαγητό σου, κι αν ζεις στο Πούνε της Ινδίας δεν θα αποτεφρώσεις τους νεκρούς σου: το φυσικό αέριο είναι ελάχιστο, και μόνο για τους ζωντανούς. Αν ζεις στο Κίεβο, στοn Λίβανο, στην Τεχεράνη, στο Τελ Αβίβ, οι σειρήνες ηχούν ανά πάσα στιγμή, κι αν ζεις στη Γάζα – μα πώς ζεις, στη Γάζα; Στην Ελλάδα ξέρεις ότι «γίνεται πόλεμος» (ένας, δύο, περισσότεροι;) και μπορεί ν’ ανησυχείς ότι είναι ανεξέλεγκτος. Oμως το πραγματικά τρομακτικό που ίσως αισθάνεσαι είναι ότι δεν ξέρεις ποιος είναι, τώρα, «ο Καλός». Υπήρχε πάντα ένας Καλός (στα παραμύθια, στα μαθήματα, στις υποσχέσεις που σου έδιναν) που πολεμούσε το κακό και (θα) το νικούσε. Χωρίς αυτόν, τώρα, ποιον στηρίζεις και από πού στηρίζεσαι; «Αργά, αλλά πάντοτε, και χωρίς να ξέρεις πότε, τα ουράνια όντα μοιράζουν τ’ αγαθά στους ανθρώπους και στα έθνη. Δεν είδες ποτέ σου τα μικρά χελιδονάκια, πώς προβάλλουν με το ράμφος ανοιχτό απ’ τη φωλιά τους, τη χτισμένη με τρόπο άγνωστο και μυστηριώδη μέσα στα σπίτια μας, και φωνάζουν τη μάνα τους; Κι εκείνη βγάζει μια στριγγιά κραυγή πάνω απ’ τ’ ανοιχτά τους στόματα, τα μαλώνει, και ησυχάζουν έως ότου εκείνη επιστρέφει, μέσ’ από δρόμους που αυτά δεν ξέρουν, επιστρέφει με τροφή, και τα χορταίνει...». Αυτά σημείωνε το 1854 ένας ποιητής, σχεδιάζοντας το ποίημα που ήθελε να γράψει για τον «Ανατολικό Πόλεμο» που είχε τότε ξεσπάσει, την παράλογη σχεδόν παγκόσμια σύρραξη με τους χιλιάδες που πέθαιναν χωρίς να ξέρουν γιατί. Ο πόλεμος θα βαφτιζόταν Κριμαϊκός και το ποίημα δεν θα ολοκληρωνόταν (και αυτό) ποτέ. Επιτρέπω στον εαυτό μου να τον φαντάζεται, τον Διονύσιο Σολωμό, να αγωνιά για τις λέξεις μιας ακόμα ανθρώπινης φρίκης: σηκώνει το κεφάλι προς τα δέντρα αναζητώντας ό,τι παρηγορητικό μπορεί πια η ζωή να δώσει, και το βρίσκει στον «ανάκουστο κιλαϊδισμό» των πεινασμένων νεοσσών που η Φύση, μέσα στην αμείλικτη νομοτέλειά της, δεν διανοείται να αφήσει ατάιστους, γιατί δεν διανοείται να μην εξασφαλίσει την επιβίωσή τους – κι επομένως τη δική της. Μόνο που τώρα η Φύση δεν μπορεί πια να εξασφαλίσει τίποτα. Οι κρίκοι της που τους νομίζαμε άθραυστους, τα checks and balances της επιβίωσής μας δηλαδή, αποδείχθηκαν ανίσχυροι απέναντι στο «μεγαλείο της ανθρώπινης επινόησης» – που είναι μια άλλη λέξη για την αυτοκαταστροφή. Η μεγαλειώδης ανθρώπινη επινόηση, συνδυασμένη με τη βλακεία, κατέχει πλέον τα όπλα για να εξαφανίσει ζώα, νερό, αέρα, κι έχει μάλλον και την πρόθεση να το κάνει. Κι εμείς δεν ξέρουμε ποιος είναι ο Καλός που θα την εμποδίσει. Πάταγο δεν ακούω, πράγματι. Σαν να μην υπάρχουν πια οι λέξεις, και οι πεποιθήσεις, για κάτι τέτοιο. Στον κούφιο χώρο που απλώθηκε μέσα μας αντηχεί μόνο το σιγανό μονότονο κλαυθμύρισμα, το παράπονο: όπως εκείνο όλων των έμβιων όταν πεινούν, διψούν, φοβούνται, αισθάνονται απροστάτευτα σ’ έναν κόσμο άγνωστο και τρομακτικό. Κι ούτε ακούγεται το φτερούγισμα που θα έρθει, μέσα από δρόμους άγνωστους και μυστηριώδεις, να μας σώσει.