Αν ζούσε η Φώφη Γεννηματά: Να βρούμε νέους ορίζοντες για την παράταξή μας
2026-03-21 - 16:33
Εκείνο το μεσημέρι της Παρασκευής του Ιουνίου του 2017, λίγο πριν από την έναρξη του συνεδρίου, τη ρώτησα τι ώρα θα αποσταλεί η ομιλία της στους δημοσιογράφους με εμπάργκο, όπως γινόταν πάντα, ώστε να έχουν τον χρόνο να προετοιμαστούν. Η απάντησή της δεν ήταν η συνηθισμένη. «Οσα πω θα τα ακούσουν όλοι κατευθείαν το βράδυ». Σε εκείνη τη φράση υπήρχε ήδη μια απόφαση. Μια επιλογή που ξεπερνούσε το μοτίβο της κατακερματισμένης Κεντροαριστεράς και της συνηθισμένης διαδικασίας. Ηταν ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβανόταν την πολιτική. Αμεση, καθαρή, με εμπιστοσύνη στον δημόσιο λόγο τη στιγμή που γεννιέται. Η Φώφη Γεννηματά αντιμετώπιζε την πολιτική ως σχέση με τον άνθρωπο της διπλανής πόρτας, όχι ως διαχείριση της εξουσίας. Πίστευε ότι η σχέση αυτή χτίζεται μπροστά στους πολίτες, χωρίς φίλτρα και χωρίς χρονικές αποστάσεις που αλλοιώνουν το περιεχόμενο. Και αν ήταν παρούσα εδώ, ανάμεσά μας; Τι θα έκανε; Κανένας μας δεν μπορεί να το απαντήσει. Ολοι όμως ξέρουμε τις αρχές, τις αξίες και την κατεύθυνση των επιλογών της από αυτά που ήδη γνωρίζουμε ότι έκανε. Οταν μας καλούσε με διορατικότητα, έμπνευση, ένστικτο και τόλμη, να σηκωθούμε λίγο ψηλότερα, να κοιτάξουμε νέους, ελπιδοφόρους ορίζοντες για την πολιτική και την παράταξή μας. Είχαν προηγηθεί δύσκολα χρόνια. Η παράταξη κουβαλούσε αποφάσεις που κράτησαν τη χώρα όρθια μέσα σε μια πρωτοφανή κρίση, αλλά ταυτόχρονα απομάκρυναν κοινωνικά στρώματα που επί δεκαετίες ένιωθαν ότι ανήκουν σε αυτήν. Η ανάγκη επιστροφής δεν είχε αριθμητικά χαρακτηριστικά. Είχε βαθιά πολιτικό και κοινωνικό περιεχόμενο. Εκείνο το βράδυ, στο συνέδριο, δεν μίλησε για ποσοστά. Μίλησε για εμπιστοσύνη. Δεν μίλησε για επάνοδο. Μίλησε για αποκατάσταση. Για την αποκατάσταση μιας σχέσης που είχε δοκιμαστεί, για την επανασύνδεση με ανθρώπους που ζητούσαν ξανά έναν λόγο που να τους αφορά. Απηύθυνε προσκλητήριο νίκης της Ελλάδας και της παράταξης σε όλες και σε όλους. Και δημιουργήθηκε μια διαδικασία πρωτόγνωρη για τα εθνικά δεδομένα, με τη συμμετοχή σπουδαίων προσωπικοτήτων, κινημάτων και κομμάτων. Αυτή η επιμονή στη μεγάλη εικόνα καθόριζε κάθε της επιλογή. Η πολιτική αποκτά αξία όταν ξαναδίνει στους πολίτες λόγο να πιστεύουν. Οταν δημιουργεί συνθήκες συμμετοχής και όχι απλώς παρακολούθησης. Γι’ αυτό στάθηκε εκεί όπου δοκιμάστηκε η Δημοκρατία. Στη δίκη της Χρυσής Αυγής, η παρουσία της είχε βάρος που δεν χρειαζόταν εξηγήσεις. Βρισκόταν εκεί με τη βεβαιότητα ότι οι θεσμοί δεν λειτουργούν αφηρημένα. Χρειάζονται πρόσωπα που τους υπερασπίζονται έμπρακτα. Σε εκείνη την πορεία Δημοκρατίας, έξω από το Εφετείο, συμπυκνωνόταν μια ολόκληρη ιστορική εμπειρία: η βία, ο φόβος, η αμφισβήτηση των δημοκρατικών κανόνων. Και η απάντηση δεν μπορούσε να είναι μόνο ρητορική. Χρειαζόταν παρουσία. Χρειαζόταν στάση. Χρειαζόταν ευθύνη. Και σήμερα θα ήταν πολύ ικανοποιημένη βλέποντας τις δικαστικές αποφάσεις. Η ίδια αντίληψη διαπερνούσε και τον λόγο της για το κράτος δικαίου. Πολύ πριν μετατραπεί σε κεντρικό ζήτημα της δημόσιας συζήτησης, είχε επισημάνει ότι η θεσμική φθορά ξεκινά από μικρές αποκλίσεις, από στιγμές όπου η λογοδοσία χαλαρώνει και η διαφάνεια υποχωρεί. Και ήταν πολλές από το 2015 έως σήμερα. Η Φώφη Γεννηματά μας μιλούσε για την εμπιστοσύνη στην πολιτική, τη Δημοκρατία, τον άνθρωπο. Ηξερε ότι αυτή η εμπιστοσύνη δεν χάνεται απότομα. Διαβρώνεται σταδιακά. Και όταν αυτή η διάβρωση γίνει αντιληπτή, η αποκατάσταση απαιτεί πολύ μεγαλύτερη προσπάθεια από όση θα απαιτούσε η πρόληψη. Και σε αυτή την προσπάθεια αφιέρωσε κάθε στιγμή της. Θυμάμαι την αντίδρασή της, το καλοκαίρι του 2019, όταν η κυβέρνηση ανακοίνωσε τη μεταφορά ευθύνης της ΕΥΠ και της ΕΡΤ στο Μέγαρο Μαξίμου. Ηταν ακαριαία, λες και ήξερε τι θα επακολουθήσει. Αλλωστε, ήταν η πρώτη που αναφέρθηκε στο «Μαξίμου ΑΕ», και εκείνη η τοποθέτησή της αφορούσε μια ευρύτερη ανησυχία και μια ισχυρή προειδοποίηση για τη διαφαινόμενη από τότε υπερσυγκέντρωση εξουσίας, την αδιαφάνεια, την καρτελοποίηση όχι μόνο της αγοράς, αλλά και της ίδιας της πολιτικής ζωής της πατρίδας μας. Και έχει σημασία η επιλογή μιας φράσης μεγάλης έντασης, γιατί ο λόγος της δεν αναζητούσε ένταση για να αποκτήσει ηχώ. Ηταν παρούσα μέσα από τη συνέπεια και τη δημιουργία γεγονότων. Η στρατηγική της για το ΠΑΣΟΚ εντασσόταν σε μια ευρύτερη θεώρηση για το πολιτικό σύστημα. Με τη συγκρότηση του Κινήματος Αλλαγής επιδίωξε να δημιουργήσει έναν χώρο συνάντησης. Εναν χώρο όπου διαφορετικές πολιτικές εμπειρίες θα μπορούσαν να συνυπάρξουν δημιουργικά. Μια ισχυρή Κεντροαριστερά λειτουργεί ως παράγοντας κοινωνικής ισορροπίας και πραγματικής προόδου. Συμβάλλει στη θεσμική σταθερότητα. Διαμορφώνει προϋποθέσεις συνεννόησης σε περιόδους έντασης, όπως ήταν η περίοδος του 2015, αλλά ταυτόχρονα και μιας σκληρής πολιτικής αντιπαράθεσης με επιχειρήματα για τον διαφορετικό δρόμο. Με έμφαση στην πολιτική, όχι την παραπολιτική και τις προσωπικές συγκρούσεις. Σε ένα περιβάλλον όπου η πολιτική συχνά εγκλωβίζεται σε ψευτοδιλήμματα, η δική της προσέγγιση είχε και θα έχει πάντα ιδιαίτερη αξία. Η ευθύνη ως σταθερή επιλογή. Η θεσμικότητα ως καθημερινή πρακτική. Η ενότητα ως διαδικασία που καλλιεργείται με συνέπεια. Η τόλμη ως επιλογή ανατροπής. Η πολιτική αποκτά βάθος όταν δημιουργεί προϋποθέσεις εμπιστοσύνης, όταν δίνει χώρο στη συμμετοχή, όταν επιτρέπει στην κοινωνία να αναγνωρίζει τον εαυτό της μέσα στις επιλογές που διαμορφώνονται. Αυτή είναι και η ουσία της παρακαταθήκης της. Η επιστροφή μιας παράταξης αποκτά νόημα όταν συνοδεύεται από την επιστροφή της σχέσης της με την κοινωνία. Εκεί βρίσκεται το πραγματικό διακύβευμα. Εκεί δοκιμάζεται η αξιοπιστία. Εκεί κρίνεται η σχέση με την κοινωνία. Και εκεί θα κριθούμε όλοι. Οχι μόνο, από όσα λέμε για εκείνη, αλλά από όσα θα τολμήσουμε να κάνουμε εμείς.