TheGreeceTime

Ενας μήνας πολέμου – και τώρα, τι;

2026-03-30 - 13:02

Ενας μήνας συμπληρώθηκε από τη στιγμή που ο Ντόναλντ Τραμπ και ο Μπενιαμίν Νετανιάχου έδωσαν, σε απόλυτο συντονισμό μεταξύ τους, το «πράσινο φως» για την επίθεση κατά του Ιράν, τα ξημερώματα του Σαββάτου 28 Φεβρουαρίου. Σηματοδοτώντας, παράλληλα, την έναρξη ενός πολέμου ο οποίος όχι μόνο έχει διαψεύσει εκείνους που σχεδίαζαν και πίστευαν ότι θα τελειώσει γρήγορα, περίπου αναίμακτα και σχετικά εύκολα για τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ, αλλά έχει ήδη μετατραπεί σε μια εξαιρετικά επικίνδυνη περιφερειακή σύγκρουση, που έχει τυλίξει στις φλόγες ολόκληρη τη Μέση Ανατολή. Οι συνέπειες έχουν γίνει ήδη ορατές και αισθητές στις περισσότερες γωνιές του πλανήτη. Κυρίως εξαιτίας του ενεργειακού και οικονομικού ντόμινο που έχει προκαλέσει ο πόλεμος, καθώς εκτόξευσε στα ύψη τις τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου και, συνακόλουθα, το κόστος διαβίωσης για εκατομμύρια νοικοκυριά και το κόστος παραγωγής για πολλές επιχειρήσεις. Αναγκάζοντας, αντικειμενικά, τη μία μετά την άλλη, τις κυβερνήσεις να ανακοινώσουν πακέτα στήριξης, βγάζοντας από το συρτάρι τους μέτρα τα οποία ήλπιζαν να μείνουν εκεί για πολλά ακόμη χρόνια – μαζί με το φάντασμα του πληθωρισμού – ώστε να μην απειληθεί το «τοτέμ» της δημοσιονομικής σταθερότητας. Αυτή, όμως, δεν είναι πλέον η μοναδική αγωνία που γεννά ο πόλεμος στο Ιράν. Κι αυτό διότι όλοι κατανοούν πως το διακύβευμα είναι πολύ μεγαλύτερο από αυτό που παρουσίασαν αρχικά Τραμπ και Νετανιάχου και αφορά, ουσιαστικά, τόσο τη δημιουργία της «Νέας Μέσης Ανατολής» όσο και την έκβαση του αδυσώπητου ανταγωνισμού ανάμεσα στη Δύση, στην οποία ηγεμονεύουν οι ΗΠΑ, και την Ανατολή, όπου «πρώτο βιολί» είναι η Κίνα. Το τι έχει συμβεί, λοιπόν, τον τελευταίο μήνα και, κυρίως, τι πρόκειται να συμβεί τους επόμενους είναι κάτι που αφορά τους πάντες, άμεσα. Και θα κρίνει πολλά, σε όλα τα επίπεδα – όχι μόνο για τους άμεσα εμπόλεμους. 1.Ποιοι είναι οι κερδισμένοι και ποιοι οι χαμένοι; Το Ιράν «διαθέτει τώρα ένα στρατηγικό πλεονέκτημα έναντι των αντιπάλων του», εκτιμά το κεντρικό άρθρο στο τελευταίο τεύχος του «Economist». Εξηγεί δε ότι «παρά τα δραματικά πλήγματα που έχει υποστεί η Ισλαμική Δημοκρατία (...) παρά την ισχύ και την τεχνολογική υπεροχή που καταγράφεται στις στρατιωτικές επιθέσεις των ΗΠΑ και του Ισραήλ, το Ιράν αισθάνεται πως έχει το πάνω χέρι απέναντι στον Τραμπ. Εχει αποδείξει πως είναι πιο ικανό από την Αμερική τόσο να προκαλεί πόνο όσο και να τον αντέχει». Αποτελεί κοινή διαπίστωση πολλών, άλλωστε, ότι η Τεχεράνη και το καθεστώς της ανήκουν στους μέχρι στιγμής κερδισμένους, καθώς έχουν εξαρχής ταυτίσει τη νίκη τους με την ικανότητα αντίστασης (έστω και με ασύμμετρα πλήγματα) και επιβίωσης, κάτι που έχουν καταφέρει, έστω κι αν έχει «αποκεφαλιστεί» μεγάλο μέρος της ηγεσίας. Από την άλλη, ακριβώς αυτή η ασάφεια όσον αφορά τον στόχο του πολέμου από την πλευρά των ΗΠΑ και του προέδρου τους, ο οποίος μάλιστα επιδίδεται σε διαρκείς «κωλοτούμπες» στις δηλώσεις του, μάλλον τους κατατάσσει στην πλευρά των χαμένων. Στην ίδια πλευρά βρίσκονται αναμφίβολα τα καθεστώτα των αραβικών κρατών του Κόλπου, που διαπιστώνουν πως απειλούνται οι βασικές πηγές της ισχύος και ευημερίας τους: οι εξαγωγές υδρογονανθράκων, ο τουρισμός και οι επενδύσεις στις κατασκευές. Αντιθέτως, τόσο οι ενεργειακοί όμιλοι όσο και οι πολεμικές βιομηχανίες έχουν κάθε λόγο να νιώθουν ότι κάθε ημέρα που περνά τα κέρδη τους «αβγατίζουν». 2. Ποιοι θέλουν συνέχιση του πολέμου και ποιοι τερματισμό; Ολοένα περισσότεροι θεωρούν πως ο Τραμπ βρίσκεται σε δύσκολη θέση επειδή θα ήθελε τον άμεσο τερματισμό αυτού του πολέμου, καθώς έχει διαπιστώσει πως δεν υπάρχει στον ορίζοντα το σενάριο μιας συντριπτικής στρατιωτικής νίκης, αλλά δεν ξέρει πώς να τον επιτύχει χωρίς να καταγραφεί ως ο μεγάλος ηττημένος (έστω κι αν ο ίδιος εμφανίζεται εδώ και καιρό ως θριαμβευτής). Κάτι ανάλογο φαίνεται πως επιθυμούν και οι περισσότερες χώρες του Κόλπου – έστω και αν οι πληροφορίες φέρουν τη Σ. Αραβία να πιέζει τις ΗΠΑ να «τελειώσουν τη δουλειά» προτού υπάρξει η οποιαδήποτε συμφωνία, ελπίζοντας να απαλλαγούν οριστικά από τον ανταγωνισμό του Ιράν στην περιοχή. Την ίδια στιγμή, το Ισραήλ και ο πρωθυπουργός του, Μπενιαμίν Νετανιάχου, κινούνται προς την αντίθετη κατεύθυνση. Εχοντας ανοίξει υπερβολικά την «παλέτα» των πολεμικών μετώπων, με τους βομβαρδισμούς του Ιράν, την εισβολή στον Λίβανο, τις συνεχιζόμενες επιχειρήσεις σε Γάζα και Δυτική Οχθη και την ενδεχόμενη αναθέρμανση των συγκρούσεων με τους Χούθι της Υεμένης και στο έδαφος της Συρίας, η κυβέρνηση και οι ένοπλες δυνάμεις του γνωρίζουν πως μια αποχώρηση των αμερικανικών δυνάμεων από την πρώτη γραμμή και την ενεργό εμπλοκή μπορεί να αποδειχθεί καταστροφική. Αυτός είναι, εξάλλου, ο λόγος που αρκετοί – ανάμεσά τους διεθνή ΜΜΕ αλλά και ο επικεφαλής της τουρκικής ΜΙΤ – κατηγορούν το Ισραήλ ευθέως ότι ουσιαστικά σαμποτάρει τις όποιες προσπάθειες για ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις. Δεν είναι τυχαίο, μάλιστα, ότι ο Τραμπ εμφανίστηκε να δυσφορεί με τον Νετανιάχου μετά τον βομβαρδισμό εκ μέρους του πετρελαϊκών εγκαταστάσεων του Ιράν. 3. Ποια είναι τα σενάρια της επόμενης ημέρας; «Ενας μήνας βομβαρδισμών δεν πέτυχε οτιδήποτε. Θα κλιμακώσει άραγε ο Τραμπ ή θα συζητήσει;», είναι το ερώτημα που θέτει με το κεντρικό του άρθρο ο «Economist», αδυνατώντας προφανώς να διεισδύσει στο... μυαλό του προέδρου των ΗΠΑ και να κάνει ακριβείς προβλέψεις για την επόμενη μέρα. Κάτι απολύτως αναμενόμενο, καθώς ο ίδιος ισχυρίζεται πως οι διαπραγματεύσεις έχουν ξεκινήσει ήδη (η Τεχεράνη το διαψεύδει), αλλά την ίδια στιγμή στέλνει χιλιάδες πεζοναύτες στον Περσικό και αφήνει να διαρρεύσει ότι πλησιάζουν οι χερσαίες επιχειρήσεις. Αυτό ακριβώς είναι που κάνει τη «Monde» να εκτιμά ότι από τη στιγμή που έχει εκπνεύσει και το δεύτερο τελεσίγραφο του Τραμπ (υπό την προϋπόθεση πως δεν θα το παρατείνει), μπροστά του έχει δύο επιλογές. «Η μία θα είναι να ανακοινώσει τον τερματισμό του πολέμου, με το επιχείρημα πως οι στρατιωτικοί στόχοι των ΗΠΑ έχουν επιτευχθεί. Θα μπορούσε να προβάλει το γεγονός ότι η πολιτική και στρατιωτική ηγεσία του Ιράν έχει εξοντωθεί, όπως και το βαλλιστικό οπλοστάσιό του και το ναυτικό του, κάτι που σημαίνει πως το Ιράν είναι πιο αδύναμο παρά ποτέ (...) Θα μπορούσε, από την άλλη, να επαναλάβει τις τακτικές που εφάρμοσε τον Ιούνιο του 2025 και εκ νέου τον Φεβρουάριο. Με άλλα λόγια, να εγείρει παραπλανητικά την προοπτική των διαπραγματεύσεων, που θα έχουν συρρικνωθεί στην απαίτηση της συνθηκολόγησης του Ιράν, πριν από μια νέα στρατιωτική κλιμάκωση», σημειώνει χαρακτηριστικά – προσθέτοντας πως «υπάρχει ακόμη χρόνος για να αποφευχθεί το χειρότερο». 4. Πόσο θα αντέξει η παγκόσμια οικονομία; Με τις πρώτες πράξεις του νέου παγκόσμιου ενεργειακού σοκ να παίζονται ήδη, εξαιτίας του κλεισίματος των Στενών του Ορμούζ και των πληγμάτων σε καίριες εγκαταστάσεις, το σενάριο ενός νέου «εμφράγματος» στην Ερυθρά Θάλασσα – που ήρθε πάλι στην επιφάνεια μετά την εμπλοκή των Χούθι της Υεμένης στη σύρραξη – φαντάζει εφιαλτικό για τη διεθνή οικονομία. Σε βαθμό, μάλιστα, που αρκετοί να προβλέπουν ένα «κραχ» αντίστοιχο με εκείνο που προκλήθηκε από την πρώτη μεγάλη πετρελαϊκή κρίση, του 1973. Ηδη, η ακρίβεια στα είδη πρώτης ανάγκης και τις πρώτες ύλες, η διατάραξη των εφοδιαστικών αλυσίδων και η ανησυχητική αύξηση του κόστους δανεισμού για Ευρώπη, ΗΠΑ και άλλες χώρες απειλούν να τινάξουν στον αέρα προϋπολογισμούς, δημοσιονομική πειθαρχία και κοινωνικές αντοχές, εγείροντας τον κίνδυνο μιας ανεξέλεγκτης «έκρηξης» πολλών μεγατόνων. (Λεπτομέρειες για την οικονομία στις σελίδες 21, 36-37).

Share this post: