TheGreeceTime

Βαγγέλης Μαχαίρας στα «ΝΕΑ»: «Το μπουζούκι πρέπει να είναι λιτό και καθαρό»

2026-03-30 - 14:22

Πίσω από την αυστηρότητα και τη λιτότητα του παιξίματος του σολίστ του μπουζουκιού και τραγουδοποιού Βαγγέλη Μαχαίρα, υπάρχει μια έντονη εκφραστικότητα και ένα συναίσθημα που διατηρείται ακέραιο στη διαδρομή του, περίπου 40 έτη. Είστε από τον Βόλο. Υπήρχε ένα μουσικό κλίμα στην πόλη; Πολύ δυνατό. Πάμε να το θυμηθούμε λίγο. Είναι οι αδελφοί Μιλάνοι (Νίκος, Κάρολος, Στάθης) για παράδειγμα. Βέβαια. Η ταβέρνα και η σχολή που εκεί ήταν ο Στάθης. Εσείς, πότε αρχίζετε να παίζετε μουσική; Δεν ήμουν εγώ για να πάω στη σχολή. Ηταν ο αδελφός μου. Οταν ήμουν 12 προς 13 πήγα κατασκήνωση. Ηταν η χρονιά που πήγαινα από το Δημοτικό στο Γυμνάσιο και ένας συμμαθητής μου είχε ένα μπουζούκι μαζί του το οποίο δεν μ’ άφηνε να ακουμπήσω. Και μια μέρα πήγανε περίπατο αυτοί στην κατασκήνωση και εγώ έμεινα πίσω και πήρα το μπουζούκι και άρχισα να παίζω. Κανονικά. Επαιξα, το «Εδιωξα κι εγώ μια γάτα». Τότε ήταν το «Μινόρε της Αυγής». Ημουν φανατικός της σειράς. Και πότε ξεκινάτε; Ο αδελφός του πατέρα μου, ένα από τα αδέλφια του, έπαιζε μπουζούκι και επαγγελματικά στον Βόλο. Και αυτός λέει, θα πας στον Στάθη, γιατί κι αυτός εκεί είχε μάθει. Πήγα όντως σε ηλικία 14 χρονών. Και στα 16 ο Στάθης με έβγαλε στη δουλειά. Πώς είναι τότε η Σκάλα του Μιλάνου; Αρχισα να πηγαίνω στη Σκάλα μετά τη σχολή. Ηταν ναός. Είχε διαδικασία την οποία ο κάθε πελάτης σεβότανε. Πας, παράγγελνες το φαγητό σου μέχρι τις 10. Οπου σερβίρανε ο Κάρολος και ο Νίκος. Αυτοί μαγειρεύανε, αυτοί σερβίρανε. Και βέβαια ο Στέφανος. Και ο πιο μικρός, ο Νίκος. Και ο Λευτέρης. Αλλά 10 η ώρα όμως αφήναν τα πάντα και πιάνανε τα όργανα. Και βέβαια απαιτούνταν ησυχία. Γιατί παίζανε σκέτα. Δεν μπορούσες να κάνεις φασαρία. Εγώ ξεκίνησα επαγγελματικά το 1988. Με πήρε ο δάσκαλός μου, με τον λαϊκό τραγουδιστή Τάσο Κρυστάλλη στο Playboy στον Βόλο. Και η επόμενη δουλειά μου, που με καθόρισε πολύ, ήταν στη Μέθεξη, στην Οικονομάκη, στον Βόλο. Γιατί επιλέγετε το μπουζούκι; Μου άρεσε το μπουζούκι. Δεν το είχα σκεφτεί ότι θα είναι αυτή η προοπτική που έχω τώρα. Ομως ήθελα να δουλέψω έτσι με αυτόν τον τρόπο. Το έβλεπα ότι μπορούσα και γι’ αυτό έφυγα από τον Βόλο το 1995 και ήρθα εδώ. Από ένα σημείο και έπειτα σας συναντάμε ως επαγγελματία μουσικό. Με μεγάλα ονόματα. Εχετε συνεργαστεί με τους πάντες. Με τα πιο πολλά χρονιά σας, με τον Γιάννη Κότσιρα – 29 έτη. Ναι. Και ακόμα είμαι. Για έναν μπουζουξή υπάρχει η παγίδα απλώς να υπηρετεί τον τραγουδιστή και να χάσει κάτι απ’ τη δική του αυτόνομη παρουσία; Φυσικά υπάρχει. Εγώ ίσως να ξέφυγα απ’ αυτό γιατί ταίριαξε ο ήχος στο παίξιμό μου με τον τρόπο που θέλει να ακούει ο Κότσιρας, που είμαι ο βασικός συνεργάτης του. Πέρα από μεγάλος τραγουδιστής είναι πάρα πολύ καλός άνθρωπος και καλός φίλος. Ο άνθρωπος είναι κύριος σε όλα του. Εσείς όμως παράλληλα με τον Γιάννη έχετε συνεργαστεί και με τον Θάνο Μικρούτσικο... Μέσω του Γιάννη βρέθηκα με τον Θάνο Μικρούτσικο. Ηξερα ήδη τη μουσική του. Αρα δεν έκανα κανένα κόπο για να ταιριάξω μαζί του. Κρατάω τη συνέπεια, την αυστηρότητα όσον αφορά το αποτέλεσμα πάντα. Θα σας πω ένα παράδειγμα: ότι στις πρόβες ήταν πάντα πρώτος και αν αργούσες ένα λεπτό γινόταν χαμός. Μουσικά; Τεράστιο μυαλό. Εδινε χώρο να παίξεις. Ηταν τόσο καλός πιανίστας που μπορούσε να σου παίξει ένα άλλο ακόρντο σε ένα ήδη γνωστό τραγούδι και να σου ανοίξει άλλο δρόμο για να μπορέσεις εσύ να εκφραστείς. Ποιες άλλες στιγμές είναι σημαντικές στη διαδρομή σας; Εχω παίξει με την Καμεράτα. Με τη Λυρική, με την ορχήστρα της ΕΡΤ. Η συνεργασία μας με τον Νίκο Πλατύραχο. Επίσης παρότι δεν είναι λαϊκός συνθέτης αλλά γράφει τραγούδια, είναι μεγάλο σχολείο γιατί ο τρόπος που εναρμονίζει τις μελωδίες του, κάθε ένα ακόρντο είναι ολόκληρη ιστορία. Και βέβαια μέσω του Νίκου Πλατύραχου γνώρισα τον ποιητή Δημήτρη Λέντζο που έχουμε γράψει τραγούδια μαζί. Κάποιοι έχουν ενστάσεις για τις συμπράξεις των λαϊκών οργάνων με ορχήστρες. Φυσικά. Αν δεν χάνεις την ουσία σου. Δηλαδή εγώ είμαι μπουζούκι. Αυτό σημαίνει ότι το όργανο έχει έναν τρόπο έκφρασης και συμπεριφοράς. Δηλαδή πρέπει να είναι λιτό, σαφές, καθαρό. Εγώ δεν θέλω να είναι φλύαρο. Εμαθα τετράχορδο και παίζω. Τρίχορδο πήρα έτσι για την αλλαγή. Σε αυτά βρίσκετε διαφορές; Ετσι όπως παίζω εγώ – είτε τρίχορδο είτε τετράχορδο – είναι το ίδιο γιατί δεν παίζω πολλά. Παίζω λίγα πράγματα. Η διαφορά του τρίχορδου με το τετράχορδο είναι ότι το δεύτερο μπορεί να παίξει κάθετα. Δηλαδή στο ίδιο σημείο να παίξεις όλο το τραγούδι ενώ στο τρίχορδο παίζεις οριζόντια, δηλαδή πρέπει να κινείσαι έτσι για να παίξεις όλο το κομμάτι. Εγώ λοιπόν και στο τρίχορδο και στο τετράχορδο παίζω οριζόντια. Δηλαδή δεν χρησιμοποιούσα τόσο πολύ την τρίτη και την τέταρτη χορδή. Τη χρησιμοποιούσα στο τετράχορδο όπως και στο τρίχορδο ως ίσο. Το αντίστοιχο που κάνανε οι παλιοί που παίζανε καραντουζένια. Με ένα όργανο παίζανε όλες τις χορδές σαν να είχαν συνοδεία. Πότε ξεκινάτε και γράφετε; Το πρώτο τραγούδι που έγραψα ήταν το 2007 με τον Γιάννη Κοτσίρα. Το «Κάπου θα βρεθούμε αν μ’ αγαπάς» που έκανε επιτυχία. Είστε προσεκτικός όμως. Δεν γράφετε γενικά. Πρέπει να το αισθάνομαι ότι κάτι μου λείπει. Εάν μιλάμε για ορχηστικό είναι εύκολο γιατί το κάνω μόνος μου. Εάν μιλάμε για τραγούδι είναι λίγο πιο δύσκολο γιατί πρέπει να βρω τον αντίστοιχο στίχο που εκείνη τη στιγμή θα μου πει κάτι. Ετσι ώστε να γεμίσω το κενό μου. Πώς είναι σήμερα το μπουζούκι; Δεν είναι καλή εποχή για το μπουζούκι. Υπάρχει ένα εμπάργκο απ’ τα ραδιόφωνα και όταν μιλάμε για μπουζούκι μιλάμε για αυτό που υπηρετώ εγώ, όχι το πιο εύκολο. Δεν το χαρακτηρίζω εάν είναι καλό ή κακό αλλά το δικό μας όργανο, δηλαδή το πιο λαϊκό, μάλλον τρώει πόλεμο. Εγώ ακούω τρομπέτες, ακούω σαξόφωνα, ακούω κλαρίνα... Το λαϊκό έχει αλλάξει; Εχει αλλάξει πολύ και αν εκφράζει τον κόσμο, καλώς έχει αλλάξει. Εγώ όμως βλέπω ότι όπου βάλεις το μπουζούκι, ακόμα και σε καινούργια πράγματα, όλοι αισθάνονται μια αγαλλίαση. Μήπως και το κοινό έχει αλλάξει όμως; Βεβαίως, δεν ζητάει πράγματα για να σκεφτεί, ζητάει πράγματα για να περάσει την ώρα του. Και παλιά υπήρχε. Τώρα όμως μάλλον είναι περισσότερο. Γράφετε; Εχω έτοιμα κάποια τραγούδια για μια δουλειά νέων στιχουργών που έχουν δάσκαλο τον Δημήτρη Λέντζο. Είναι ο στιχουργός που μου ταιριάζει πολύ. Είναι λιτός, απλός και σαφής. Και μέσα στην απλότητα αυτή έχει πάρα πολλά νοήματα και εικόνες από την Ελλάδα που μας λείπει. Δηλαδή, οκέι, όλα καλά, παγκοσμιοποίηση. Αλλά είμαστε Ελληνες που ζούμε σε αυτόν τον τόπο.

Share this post: