Καρκίνος του μαστού: Στοίχημα ή πρόληψη
2026-03-20 - 13:22
Η αύξηση του καρκίνου του μαστού παγκοσμίως δεν είναι μια αφηρημένη απειλή· είναι μια εξέλιξη που ήδη αποτυπώνεται με ανισότητες. Αλλού οι γυναίκες διαγιγνώσκονται νωρίς και ζουν, αλλού φτάνουν αργά στον γιατρό και πεθαίνουν. Αυτός είναι, άλλωστε, και ο πλέον κρίσιμος παράγοντας – όχι δηλαδή απλώς πόσες νοσούν, αλλά πότε διαγιγνώσκονται αυτές που νοσούν. Το συμπέρασμα αυτό δεν είναι αυθαίρετο. Βασίζεται στα ευρήματα της συστηματικής ανάλυσης Global Burden of Disease που δημοσιεύθηκαν πρόσφατα στο έγκριτο επιστημονικό περιοδικό «Lancet». Το 2023 εκτιμάται ότι καταγράφηκαν παγκοσμίως 2,3 εκατ. νέα περιστατικά καρκίνου του μαστού στις γυναίκες, ενώ οι θάνατοι έφτασαν τους 764.000. Από τα ίδια στοιχεία προκύπτει ότι η Ελλάδα ανήκει στον δυτικό κόσμο· στις χώρες δηλαδή όπου η επίπτωση είναι υψηλότερη, αλλά η θνησιμότητα μπορεί να περιορίζεται χάρη στην έγκαιρη διάγνωση. Αυτό δεν είναι αυτονόητο· είναι αποτέλεσμα πολιτικής επιλογής. Της δυνατότητας δωρεάν ελέγχου και των μετέπειτα οργανωμένων προγραμμάτων προσυμπτωματικού ελέγχου. Το πρόγραμμα «Φώφη Γεννηματά», υπό την ομπρέλα του «Προλαμβάνω», αποτέλεσε πρότυπο συστηματικής επένδυσης στην πρόληψη με υπολογίσιμα οφέλη. Μηνύματα απεστάλησαν σε περίπου 1,4 εκατομμύρια γυναίκες, 45-74 ετών, προφέροντας δωρεάν μαστογραφία, υπερηχογράφημα και ιατρική εκτίμηση. Και από τις εκατοντάδες χιλιάδες εξετάσεις που πραγματοποιήθηκαν, χιλιάδες γυναίκες εντοπίστηκαν με ύποπτα ευρήματα. Με άλλα λόγια, χιλιάδες ζωές άλλαξαν πορεία, πριν η νόσος γίνει απειλητική. Εχει, εντούτοις, αποδειχθεί στην πράξη ότι δεν είναι μόνο οι γεωγραφικές ανισότητες που κρατούν μακριά γυναίκες από τη σωτήρια αυτή εξέταση. Είναι, επίσης, ο φόβος, αλλά και οι ανισότητες εντός συνόρων – παραδείγματος χάριν, δυσκολίες στην πρόσβαση για εκείνες που ζουν στην Περιφέρεια. Σε κάθε περίπτωση, όλα τα παραπάνω μπορούν να ξεπεραστούν με αποτελεσματικό σχεδιασμό και επίμονη ενημέρωση. Ωστόσο υπάρχει κάτι ακόμα πιο ανησυχητικό: το ενδεχόμενο να χαθεί η ίδια η δυνατότητα της πρόσβασης. Τα προγράμματα αυτά χρηματοδοτούνται σε μεγάλο βαθμό από το Ταμείο Ανάκαμψης (RRF), το οποίο έχει συγκεκριμένο χρονικό ορίζοντα. Κι εδώ βρίσκεται το πραγματικό διακύβευμα της επόμενης μέρας: Τι θα συμβεί όταν τελειώσει αυτή η χρηματοδότηση; Θα ενσωματωθούν τα προγράμματα στον τακτικό προϋπολογισμό ή θα αποτελέσουν μια «καλή παρένθεση»; Η εμπειρία δείχνει ότι χωρίς σταθερή χρηματοδότηση η πρόληψη είναι το πρώτο που υποχωρεί· και όμως, στα σύγχρονα συστήματα υγείας αποτελεί πλέον θεμελιώδη στόχο. Αν κάτι μας λένε τα διεθνή δεδομένα, είναι ότι η διαφορά ανάμεσα στις χώρες δεν είναι η νόσος· είναι η πρόσβαση. Και αν κάτι μας δείχνει η ελληνική εμπειρία, είναι ότι όταν η πρόσβαση δίνεται δωρεάν και οργανωμένα, οι πολίτες ανταποκρίνονται. Αρκεί η Πολιτεία να είναι διατεθειμένη για μια σταθερή χρηματοδότηση στο κρίσιμο πεδίο της πρόληψης.