Την είπαν Εκάβη αλλά ήταν… Μπουμπουλίνα
2026-03-30 - 14:42
Από τον Σεπτέμβριο του 2024 που κατέρρευσε ενώ τραγουδούσε στη σκηνή του Ηρωδείου, δεν υπήρξε κάποιο νέο για την εξέλιξη της υγείας της Μαρινέλλας. Ουσιαστικά είχε «αποχωρήσει». Ωστόσο, όταν προχθές ανακοινώθηκε από την οικογένειά της ο θάνατός της, καταλάβαμε πόση «Μαρινέλλα» υπήρχε στη ζωή μας έστω και χωρίς να το έχουμε συνειδητοποιήσει. Να, εδώ που βγαίνει μαντιλοδεμένη στο δαλιανιδικό σκηνικό για να τραγουδήσει το «Ανοιξε πέτρα», εκείνο το εξώφυλλο περιοδικού, εκείνη η φωτογραφία, το βίντεο από πρόσφατη εμφάνισή της όπου αλωνίζει τη σκηνή ποδοπατώντας τα χρόνια της και τους μύθους περί ηλικίας. Και τα τραγούδια της, πολλά τραγούδια που, ακόμη και αν δεν τα έχεις επιλέξει, επειδή τα κουβαλάς εντός σου μια ζωή, έρχονται μόνα τους και σε βρίσκουν. Είναι εκείνη η στιγμή που απλώνεις το χέρι σου για να δυναμώσεις την ένταση του ραδιοφώνου του αυτοκινήτου γιατί παίζει Μαρινέλλα. Και αρχίζεις να τραγουδάς δυνατά. Και να που τώρα καταλαβαίνεις ότι, για κάποιο λόγο, πίστευες ότι η Μαρινέλλα θα ζει για πάντα. Παιδί της Κατοχής, η Κική Παπαδοπούλου, έπρεπε να σταθεί στα πόδια της μέσα στα δύσκολα μεταπολεμικά και μετεμφυλιακά χρόνια, ακόμη δυσκολότερα για ένα κορίτσι που η «προίκα» του ήταν μόνο τα όνειρά του. Μόνο; Για ανθρώπους αποφασισμένους αυτό είναι υπεραρκετό. Και η Κική ήταν αποφασισμένη να υπερβεί μια προδιαγεγραμμένη από τους άλλους μοίρα. Με τη μοδιστρική ήθελε να ασχοληθεί αρχικά. «Αλλά άκουσέ με» τη θυμάμαι να μου λέει σε μια συνέντευξη πριν από τριάντα τόσα χρόνια. «Αν δεν είχα ασχοληθεί με το τραγούδι και είχα γίνει μοδίστρα, σήμερα θα ήμουν η πρεμιέρα, η επικεφαλής μοδίστρα του Ντιόρ στο Παρίσι». Ευτυχώς δεν έγινε μοδίστρα. Μπήκε στον χώρο του λαϊκού τραγουδιού, έναν χώρο σκληρό, ανδροκρατούμενο, χωρίς όρια και χωρίς όρους. Εγινε το σιγόντο του Καζαντζίδη. Και γυναίκα του. Συνέβαινε συχνά τότε αυτό. Και όταν το ζευγάρι χώριζε, τα «σιγόντα» συνήθως αποσύρονταν, χάνονταν, τα ονόματά τους έμεναν μόνο στα 45άρια δισκάκια. Ετσι θα συνέβαινε και με τη Μαρινέλλα (όπως είχε «βαφτίσει» την Κική Παπαδοπούλου ο Τόλης Χάρμας) όταν το 1966 πήρε διαζύγιο από τον Καζαντζίδη. Εκείνη όμως τότε αποφάσισε να εφεύρει τον εαυτό της. Δεν υπήρχαν, ως σκηνική παρουσία, τραγουδίστριες σαν τη Μαρινέλλα μέχρι τότε. Ακόμη και οι σπουδαίες φωνές περιορίζονταν κατά κανόνα σε έναν ρόλο συνοδευτικό για τον τραγουδιστή ή τον συνθέτη, καθισμένες δίπλα. Εκείνη έβγαλε τις καρέκλες από το πάλκο, σήκωσε όρθιους τους τραγουδιστές και τις τραγουδίστριες, έκανε το πάλκο πίστα. Και η ίδια σηκώθηκε σαν Μπουμπουλίνα ντυμένη με τουαλέτες παρισινών οίκων. Τέρμα οι μπλουζίτσες και οι φουστίτσες, τα φορεματάκια της γειτονιάς, κυρίως όμως τέρμα τα φοβικά σύνδρομα των γυναικών σε αυτήν τη δουλειά. Από δω και πέρα «θεές». Να ανοίγουν τα χέρια τους και να είναι σαν να ανοίγουν φτερά. Από αυτήν την άποψη, η επανάσταση που έφερε η Μαρινέλλα στο τραγούδι δεν ήταν απλώς στυλιστική, ήταν υπαρξιακή. Και για τις τραγουδίστριες – που, κατά κάποιον τρόπο «απελευθέρωσε» – αλλά και για το ίδιο το τραγούδι. Η πρωτιά της δεύτερης φωνής Αξίζει τον κόπο να μελετήσει κάποιος (και όχι μόνο αν ασχολείται επαγγελματικά με τη μουσική και το τραγούδι) τις δεύτερες φωνές της Μαρινέλλας όταν ήταν ακόμη το σιγόντο του Καζαντζίδη. Να ακούσει, για παράδειγμα, τον «Κυρ Αντώνη», το «Κουρασμένο παλικάρι» ή την «Πρώτη αγάπη σου». Να δει τι σημαίνει η δεύτερη φωνή όχι να συνοδεύει τη πρώτη αλλά να τη συμπληρώνει και χωρίς τη δεύτερη η πρώτη να ακούγεται μισή. Εξάλλου για την παρ’ ολίγο πρεμιέρα μοδίστρα του Ντιόρ, η έννοια του δεύτερου δεν υπήρχε. Είχε τον τρόπο της να τα κάνει όλα πρώτα. Να μπαίνει κάπου και αμέσως να αντιλαμβάνεται τι μπορεί να γίνει καλύτερο. Ετσι ήταν η πρώτη που ενδιαφέρθηκε για την ποιότητα των μικροφώνων, τις κονσόλες του ήχου, τους φωτισμούς.