TheGreeceTime

Stalking: Όταν η παρενόχληση γίνεται καθημερινός φόβος

2026-03-27 - 15:33

Η έμμονη παρενοχλητική παρακολούθηση – γνωστή διεθνώς ως stalking – αποτελεί ένα από τα πιο ανησυχητικά φαινόμενα βίας και παρενόχλησης των τελευταίων δεκαετιών. Πρόκειται για μια μορφή επίμονης και ανεπιθύμητης καταδίωξης, που συχνά ξεκινά με φαινομενικά «αθώες» συμπεριφορές, όπως επαναλαμβανόμενα μηνύματα ή προσπάθειες επικοινωνίας, αλλά μπορεί να εξελιχθεί σε μια επικίνδυνη και ψυχοφθόρα κατάσταση για το θύμα. Σύμφωνα με επιστημονικές έρευνες στον χώρο της εγκληματολογίας και της ψυχολογίας, το stalking δεν αποτελεί απλώς μια ενοχλητική συμπεριφορά. Αντίθετα, συνδέεται συχνά με σοβαρούς κινδύνους για τη σωματική και ψυχική ακεραιότητα των θυμάτων και, σε ορισμένες περιπτώσεις, μπορεί να οδηγήσει ακόμη και σε ακραίες μορφές βίας. Χαρακτηριστική είναι πρόσφατη υπόθεση στην Ελλάδα, όπου γυναίκα φέρεται να παρενοχλούσε επίμονα αστυνομικό, αποστέλλοντας επανειλημμένα μηνύματα και επιδιώκοντας συνεχή επαφή, παρά την άρνησή του. Η κατάσταση φέρεται να κλιμακώθηκε σε τέτοιον βαθμό ώστε να επηρεάσει την προσωπική και επαγγελματική του ζωή, οδηγώντας τελικά σε υπηρεσιακή του μετακίνηση στη Θράκη, προκειμένου να εκτονωθεί η πίεση που δεχόταν. Πρόκειται μάλιστα για μία από τις – όχι και τόσο συχνές – περιπτώσεις όπου η δράστιδα είναι γυναίκα και το θύμα άνδρας. Η πρόσφατη απόφαση του δικαστηρίου ήταν καταδικαστική σε βάρος της 40χρονης λογίστριας και «ανακουφιστική» για τον νεαρό αστυνομικό. Το εν λόγω περιστατικό, ωστόσο, αποτυπώνει με σαφήνεια πώς η επίμονη παρενόχληση μπορεί να ξεπεράσει τα όρια της ενόχλησης και να λάβει σοβαρές διαστάσεις. Τα τελευταία χρόνια, το ζήτημα έχει απασχολήσει έντονα τη δημόσια συζήτηση στην Ελλάδα, ιδιαίτερα έπειτα από τραγικά περιστατικά έμφυλης βίας. Παρά τις νομοθετικές παρεμβάσεις και την αυστηροποίηση των ποινών, ειδικοί επισημαίνουν ότι εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικά κενά τόσο στην εφαρμογή του νόμου όσο και στην πρακτική προστασία των θυμάτων. Συγκλονιστική μαρτυρία Για τα θύματα, το stalking δεν είναι απλώς μια ενοχλητική εμπειρία αλλά μια διαρκής απειλή που επηρεάζει κάθε πτυχή της ζωής τους. Πολλοί άνθρωποι που βιώνουν τέτοιες συμπεριφορές αναγκάζονται να αλλάξουν την καθημερινότητά τους, να μετακομίσουν, να αλλάξουν εργασία ή να περιορίσουν τις κοινωνικές τους δραστηριότητες. Η 27χρονη Δ.Ψ., μιλώντας στα «ΝΕΑ», περιγράφει τον εφιάλτη που ζει τα τελευταία πέντε χρόνια εξαιτίας ενός άνδρα που δεν γνώριζε καν. «Στην αρχή ξεκίνησε να μου ζητάει να βρεθούμε από τα social media. Εγώ του ξεκαθάρισα ότι δεν ενδιαφέρομαι. Εκτοτε ξεκίνησε να μου αφήνει δώρα στο αυτοκίνητο. Οπου πήγαινα τον συναντούσα παντού μπροστά μου, γιατί με παρακολουθούσε από ψεύτικο προφίλ στα social media, έβλεπε πού βρισκόμουν και ερχόταν. Ομως σιγά σιγά η κατάσταση άρχισε να χειροτερεύει». Η παρενόχληση, όπως περιγράφει, μετατράπηκε γρήγορα σε απειλές. «Απειλεί εμένα και την οικογένειά μου σε καθημερινή βάση. Εχω κινηθεί νομικά αλλά δεν αισθάνομαι ασφαλής, ούτε προστατευμένη. Πηγαίνω συχνά στο αστυνομικό τμήμα και αναφέρω τα νέα περιστατικά. Μου έχει τύχει αστυνομικός να μου πει ότι “δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι” και κοιτώντας τον πατέρα μου να του πει: “Εγώ στη θέση σου θα έπαιρνα την κατάσταση στα χέρια μου”». Η μαρτυρία της αποτυπώνει την αγωνία πολλών θυμάτων, τα οποία συχνά αισθάνονται ότι βρίσκονται μόνα απέναντι σε μια κατάσταση που διαρκώς κλιμακώνεται. Προκαλώντας, όπως έχει αποδειχθεί, σοβαρές ψυχολογικές συνέπειες. Οι ψυχολογικές επιπτώσεις Μελέτες στον χώρο της ψυχιατρικής δείχνουν ότι τα θύματα παρουσιάζουν συχνά συμπτώματα άγχους, κατάθλιψης και μετατραυματικού στρες. Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι το πιο επιβαρυντικό στοιχείο είναι η αίσθηση διαρκούς απειλής. Σε αντίθεση με άλλες μορφές βίας που αποτελούν μεμονωμένα περιστατικά, το stalking χαρακτηρίζεται από επαναλαμβανόμενες συμπεριφορές που δημιουργούν ένα συνεχές κλίμα φόβου. Πολλά θύματα δηλώνουν ότι φοβούνται να βγουν από το σπίτι, αλλάζουν καθημερινές διαδρομές, αποφεύγουν κοινωνικές επαφές και βιώνουν διαρκή και έντονη ανασφάλεια. Σε ορισμένες περιπτώσεις, το φαινόμενο οδηγεί ακόμη και σε σοβαρά προβλήματα υγείας, όπως αϋπνία, κρίσεις πανικού ή διαταραχές άγχους. Η ψυχολογική πίεση εντείνεται από το γεγονός ότι οι δράστες συχνά εμφανίζονται απρόβλεπτοι. Το θύμα δεν γνωρίζει πότε θα εμφανιστεί ο stalker ή τι μπορεί να κάνει στη συνέχεια, γεγονός που δημιουργεί μια μόνιμη κατάσταση επιφυλακής. Η ανάγκη προστασίας Η αντιμετώπιση του stalking αποτελεί μια σύνθετη πρόκληση για τα σύγχρονα κράτη. Από τη μία πλευρά απαιτείται ένα σαφές νομικό πλαίσιο που να τιμωρεί την παρενόχληση. Από την άλλη, όμως, είναι απαραίτητη η αποτελεσματική εφαρμογή των νόμων. Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι η προστασία των θυμάτων πρέπει να περιλαμβάνει ταχεία ανταπόκριση της αστυνομίας, αποτελεσματική επιβολή περιοριστικών όρων, ψυχολογική υποστήριξη των θυμάτων και καλύτερη εκπαίδευση των Αρχών. Για πολλούς ανθρώπους που βιώνουν την εμπειρία αυτή, η μεγαλύτερη ανάγκη δεν είναι μόνο η τιμωρία του δράστη αλλά η αίσθηση ασφάλειας στην καθημερινότητά τους. Οπως τονίζει ο δικηγόρος Αντώνης Ξυλουργίδης στα «ΝΕΑ», «κατά την επιστημονική μου κρίση το νομικό οπλοστάσιο είναι υπερπλήρες. Δεν υπάρχουν όμως τα αντανακλαστικά και ο εφαρμοστικός μηχανισμός». Και αυτή ακριβώς η απόσταση ανάμεσα στη θεωρία του νόμου και την πράξη είναι που αφήνει πολλά θύματα να ζουν με τον φόβο – ακόμη και όταν έχουν ήδη απευθυνθεί στη Δικαιοσύνη. Παρακολούθηση, απειλές και cyber stalking Ο όρος stalking χρησιμοποιείται διεθνώς για να περιγράψει μια μορφή επαναλαμβανόμενης και ανεπιθύμητης παρακολούθησης ή παρενόχλησης ενός ατόμου. Στην επιστημονική βιβλιογραφία ορίζεται ως ένα σύνολο συμπεριφορών που περιλαμβάνουν επίμονη επικοινωνία, παρακολούθηση, απειλές ή παρεμβάσεις στην καθημερινότητα του θύματος, προκαλώντας φόβο ή ψυχολογική πίεση. Ερευνες που έχουν πραγματοποιηθεί σε ευρωπαϊκές και αμερικανικές κοινωνίες δείχνουν ότι το φαινόμενο είναι ιδιαίτερα διαδεδομένο. Μελέτες στον χώρο της εγκληματολογίας εκτιμούν ότι ένα σημαντικό ποσοστό γυναικών – αλλά και ανδρών – θα βιώσει κάποια μορφή stalking τουλάχιστον μία φορά στη ζωή του. Οι δράστες μπορεί να είναι πρώην σύντροφοι, γνωστοί, συνάδελφοι ή ακόμη και άγνωστοι. Σε πολλές περιπτώσεις, η συμπεριφορά ξεκινά μετά από μια διακοπή σχέσης, όταν ο δράστης αρνείται να αποδεχθεί το τέλος της. Ωστόσο, δεν είναι σπάνιες οι περιπτώσεις όπου ο stalker δεν είχε ποτέ προσωπική σχέση με το θύμα. Η έμμονη αυτή συμπεριφορά μπορεί να εκδηλωθεί με πολλούς τρόπους: συνεχείς τηλεφωνικές κλήσεις ή μηνύματα, παρακολούθηση του θύματος στον χώρο εργασίας ή κατοικίας, ανεπιθύμητες επισκέψεις, αποστολή δώρων ή απειλητικών σημειωμάτων, παρακολούθηση μέσω κοινωνικών δικτύων. Τα τελευταία χρόνια, η ψηφιακή τεχνολογία έχει δημιουργήσει και μια νέα μορφή της πρακτικής: το λεγόμενο cyber stalking. Σε αυτή την περίπτωση, η παρενόχληση πραγματοποιείται μέσω Διαδικτύου, social media ή e-mail, επιτρέποντας στον δράστη να παρακολουθεί την καθημερινότητα του θύματος ακόμη και από απόσταση. Τι ισχύει στην Ελλάδα – Τα «κενά» στην εφαρμογή του νόμου Στην Ελλάδα, η επίμονη παρενόχληση και καταδίωξη αντιμετωπίζεται μέσω του ποινικού δικαίου. Ο δικηγόρος Αντώνης Ξυλουργίδης, που χειρίζεται πολλές τέτοιες υποθέσεις, εξηγεί ότι το φαινόμενο έχει ενσωματωθεί στο νομικό πλαίσιο με πρόσφατες τροποποιήσεις. «Πρέπει να διευκρινίσουμε ότι ο νέος νόμος – όπως συνηθίζεται να λέγεται – δεν εισάγει ένα εντελώς αυτοτελές αδίκημα με την έννοια του όρου, αλλά ενισχύει ή καλύτερα εξειδικεύει το υπάρχον πλαίσιο» σημειώνει. Οπως εξηγεί, το πλαίσιο αυτό περιλαμβάνεται στον ελληνικό ποινικό κώδικα και ενισχύθηκε με τον νόμο 5172 του 2025, ο οποίος ενσωματώνει ευρωπαϊκή οδηγία για την αντιμετώπιση της έμφυλης βίας. Το stalking, προσθέτει, «τυποποιείται στον ελληνικό ποινικό κώδικα στο άρθρο 333 για την απειλή, ενώ οι νέες τροποποιήσεις καλύπτουν και τις συμπεριφορές της επίμονης παρενόχλησης και καταδίωξης». Σημειώνει, επίσης, ότι για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα πρέπει να υπάρχει επαναλαμβανόμενη και ανεπιθύμητη επαφή. «Ο νόμος απαιτεί να υπάρχει επαναλαμβανόμενη και ανεπιθύμητη επικοινωνία. Δηλαδή να υπάρχουν επίμονα περιστατικά – όχι ένα τυχαίο συμβάν. Για παράδειγμα: επαναλαμβανόμενα τηλεφωνήματα, μηνύματα, παρακολούθηση του θύματος στον χώρο εργασίας ή κατοικίας, επίμονες επισκέψεις ή παρενόχληση μέσω social media». Σε τέτοιες περιπτώσεις, όταν ένας δράστης καταδικαστεί, επιβάλλονται περιοριστικοί όροι, όπως η απαγόρευση προσέγγισης και επικοινωνίας με το θύμα. Η απόφαση δεν υλοποιείται Παρά την ύπαρξη αυτού του νομικού πλαισίου, ο Αντώνης Ξυλουργίδης υποστηρίζει ότι το βασικό πρόβλημα βρίσκεται στην εφαρμογή του. «Το ζήτημα εδώ όμως είναι το εξής: Εχουμε μια ποινική απόφαση. Ενας stalker καταδικάζεται. Αν όμως δεν εμφανίζεται στο δικαστήριο ή παραβιάζει τους όρους, πολλές φορές παραμένει ασύλληπτος». Ο ίδιος περιγράφει χαρακτηριστική υπόθεση που χειρίζεται: «Χειρίζομαι υπόθεση όπου καταδικάστηκε δράστης σε τέσσερις μηνύσεις και στο εφετείο, με υποχρέωση να δίνει το παρών σε αστυνομικό τμήμα. Παραβιάζει τους όρους, δεν δίνει το παρών και παραμένει ασύλληπτος. Αυτό σημαίνει ότι το τμήμα αναζητήσεων της αστυνομίας δεν κάνει σωστά τη δουλειά του. Οι δικαστές παίρνουν απόφαση, αλλά αυτή δεν υλοποιείται». Σύμφωνα με τον ίδιο, το πρόβλημα δημιουργεί ένα επικίνδυνο κενό ανάμεσα στη νομοθετική και την εκτελεστική εξουσία. «Ο δικαστής λέει: οκτώ μήνες ποινή, απαγόρευση προσέγγισης και υποχρέωση παρουσίας στο αστυνομικό τμήμα κάθε 15 ημέρες. Ο δράστης όμως δεν δίνει το παρών, πλησιάζει το θύμα και στέλνει μηνύματα από άγνωστους αριθμούς. Και σε αυτή την περίπτωση το θύμα μένει απροστάτευτο». Ο έγκριτος νομικός υποστηρίζει ότι το σύστημα θα μπορούσε να λειτουργήσει πιο αποτελεσματικά αν υπήρχε ταχύτερος εντοπισμός των δραστών: «Δεν υπάρχει ένα πρωτόκολλο που να λέει ότι οι ασύλληπτοι δράστες με καταδίκες είναι πρώτοι στη λίστα αναζητήσεων. Θα μπορούσε να υπάρχει αυτοματοποιημένη διαδικασία: άρση απορρήτου, εντοπισμός και σύλληψη. Σε πρακτικό επίπεδο λοιπόν η απόφαση του δικαστή είναι κενό γράμμα. Γιατί δεν μπορεί να υλοποιηθεί όπως πρέπει. Δεν μπορεί να γίνει αυτομάτως την επόμενη μέρα άρση απορρήτου και, αν παραβιάσει τον όρο ο δράστης, μέσα σε μία εβδομάδα να έχει συλληφθεί». Σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως επισημαίνει, οι δράστες εκμεταλλεύονται αυτά τα κενά. «Πολλές φορές έχουν την οικονομική δυνατότητα να κρύβονται, να νοικιάζουν σπίτια σε ονόματα τρίτων και να χρησιμοποιούν αυτοκίνητα άλλων, παραμένοντας ασύλληπτοι». Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το γεγονός ότι, παρά την αυστηροποίηση της νομοθεσίας, τα περιστατικά stalking φαίνεται να αυξάνονται. Ο ίδιος κάνει λόγο ακόμη και για φαινόμενα μιμητισμού. «Συχνά οι δράστες μοιάζει να παρακολουθούν προηγούμενες υποθέσεις και να μιμούνται συμπεριφορές, προσθέτοντας κάθε φορά κάτι νέο. Αυτό πρέπει να μας προβληματίζει».

Share this post: